Ο εκδημοκρατισμός στη διάδοση της πληροφορίας, ενώ ενδυναμώνει τη γνώση ενέχει τον κίνδυνο να ενισχύει τις ανεπιβεβαίωτες και δυνητικά παραπλανητικές πληροφορίες

Στο περίπλοκο μωσαϊκό της ανθρώπινης αλληλεπίδρασης και της κοινωνικής δυναμικής, η σφοδρή δημόσια αντιπαράθεση για τον γάμο μεταξύ ομοφύλων, την τεκνοθεσία και την παρένθετη κύηση – με την πεισματική αντίσταση στα επιστημονικά δεδομένα -, είναι ένα ψυχολογικά ζήτημα.

Καταρχάς είναι φαινόμενο που διαπλέκεται με την ψυχολογική έννοια της προκατάληψης της ομάδας και της υποτίμησης εκείνων που δεν ανήκουν στην ίδια ομάδα.

Η θεωρία της κοινωνικής ταυτότητας, όπως προτάθηκε από τους Tajfel και Turner (1979), υποδηλώνει ότι τα άτομα αντλούν μέρος της αυτοεκτίμησής τους από τη συμμετοχή τους σε μία ευρύτερη ομάδα που αντιλαμβάνονται ως κοινή.

Όταν έρχονται αντιμέτωπα με μια «εξωτερική ομάδα», ιδίως με μία που αμφισβητεί βαθιά ριζωμένες πεποιθήσεις και κανόνες (όπως οι παραδοσιακές ή θρησκευτικές απόψεις για το γάμο και την οικογενειακή δομή), μπορεί να αντιδρούν επιθετικά.

Αυτός ο αμυντικός μηχανισμός διεγείρει τη σφοδρή λεκτική αντίθεση σε ιδέες όπως ο γάμος μεταξύ ατόμων του ιδίου φύλου, η τεκνοθεσία και βέβαια η παρένθετη κύηση, υποτιμώντας ή αγνοώντας πεισματικά όλα τα επιστημονικά δεδομένα που έρχονται σε αντίθεση με τη στάση τους.

Πρόκειται για μια αντίδραση που δεν είναι απλώς παρέκκλιση από τον ορθολογισμό, αλλά βαθιά συναισθηματική και ακατέργαστα παρακινούμενη από την κοινωνική ταυτότητα.

Η απόρριψη των επιστημονικών δεδομένων σε τέτοιου είδους συζητήσεις μπορεί να γίνει κατανοητή μόνο μέσα από το πρίσμα της γνωστικής ασυμφωνίας (Festinger, 1957).

Όταν παρουσιάζονται σε ορισμένους ανθρώπους πληροφορίες που έρχονται σε σύγκρουση με τις βαθιά ριζωμένες πεποιθήσεις ή τις αξίες τους, δημιουργείται μεγάλη ψυχική δυσφορία (γνωστική ασυμφωνία).

Για να ανακουφιστούν από τη δυσφορία, μπορεί να απορρίπτουν τις πληροφορίες που αντικρούουν τις ιδέες τους, ακόμη και όταν είναι επιστημονικά καλά τεκμηριωμένες, και να αναζητούν πληροφορίες που υποστηρίζουν τις προϋπάρχουσες πεποιθήσεις τους.

Η επιλεκτική αναζήτηση επιβεβαιωτικών πληροφοριών είναι γνωστή ως προκατάληψη επιβεβαίωσης (confirmation bias).

Στην ψηφιακή εποχή, οι μηχανές αναζήτησης και οι πλατφόρμες κοινωνικής δικτύωσης επιδεινώνουν αυτή την προκατάληψη, γιατί διευκολύνουν τα άτομα να αναζητούν και να προσκολλώνται σε πληροφορίες που ευθυγραμμίζονται με τις απόψεις τους, ανεξάρτητα από την επιστημονική τους εγκυρότητα.

Ο Ιταλός σημειολόγος και φιλόσοφος Umberto Eco είχε σχολιάσει το ρόλο του διαδικτύου στη διάδοση πληροφοριών και τους σχετικούς κινδύνους: “Το δράμα του διαδικτύου είναι ότι έχει αναδείξει τον ηλίθιο του χωριού σε φορέα της αλήθειας” (Vozza, 2015).

Αυτή η οδυνηρή παρατήρηση του Eco υπογραμμίζει το δίλημμα της ψηφιακής εποχής: Ο εκδημοκρατισμός στη διάδοση της πληροφορίας, ενώ ενδυναμώνει τη γνώση ενέχει τον κίνδυνο να ενισχύει τις ανεπιβεβαίωτες και δυνητικά παραπλανητικές πληροφορίες.

Το διαδίκτυο μπορεί πράγματι να λειτουργήσει ως δίκοπο μαχαίρι. Όταν οι άνθρωποι αναζητούν πληροφορίες που επιβεβαιώνουν τις πεποιθήσεις τους σχετικά με αμφιλεγόμενα ζητήματα, μπορεί να σκοντάφτουν σε αβάσιμους ισχυρισμούς ή μεροληπτικές ερμηνείες, οι οποίες, σύμφωνα με την άποψη του Eco, προσδίδουν μία ψευδαίσθηση κατοχής της απόλυτης αλήθειας.

Και είναι αυτή μία υπενθύμιση της σημασίας του γραμματισμού στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και της ένδειας κριτικής σκέψης στην ψηφιακή εποχή, ιδίως στο πλαίσιο συζητήσεων που προκαλούν έντονες συναισθηματικές αντιδράσεις και συνδέονται με βαθιά εδραιωμένες πεποιθήσεις.

Θυμάμαι έναν ασθενή, τον οποίο θα αναφέρω ως Αλέξη, που πάλευε πολύ με την αποδοχή της λεσβιακής σχέσης της αδελφής του. Οι αρχικές αντιδράσεις του Αλέξη ήταν οργή και άρνηση, αντιδρώντας σθεναρά στην απόφασή της να συγκατοικήσει με τη σύντροφό της.

Είχε κατεβάσει ένα βουνό εκκλησιαστικών κειμένων και “επιστημονικών” θεωρήσεων της ομοφυλοφιλίας ως αφύσικης και αξιόμεμπτης και δημιουργούσε μεγάλη δυσλειτουργία μέσα στην οικογένειά του.

Μέσω της θεραπείας, έγινε φανερό ότι οι αντιδράσεις του Αλέξη είχαν ρίζες στις δικές του ανασφάλειες και στους φόβους του σχετικά με το τι σήμαινε αυτό για την εικόνα της οικογένειάς του και για τις παραδοσιακές αρχές με τις οποίες είχε ανατραφεί.

Ήταν ένα ταξίδι κατανόησης των συναισθημάτων του και επαναξιολόγησης των πεποιθήσεών του, μια διαδικασία που ήταν τόσο προκλητική όσο και μεταμορφωτική. Σήμερα έχει κατακτήσει την πλήρη αποδοχή της αδερφής του και έχει μία αγαπημένη σχέση με το ζευγάρι.

Ορισμένες φορές όμως, αυτές οι συμπεριφορές εξηγούνται καλύτερα με την ψυχολογική έννοια του φθόνου, η οποία διαφέρει θεμελιωδώς από τη ζήλια.

Ενώ η ζήλια περιλαμβάνει τρία μέρη και περιστρέφεται γύρω από τον φόβο να χάσει κάποιος κάτι (ή κάποιον) από κάποιον άλλο, ο φθόνος είναι μια κατάσταση δύο μερών που χαρακτηρίζεται από συναισθήματα κατωτερότητας, λαχτάρας, δυσαρέσκειας και κακής θέλησης προς κάποιον που θεωρείται ανώτερος ή διαθέτει επιθυμητά χαρακτηριστικά (Smith & Kim, 2007).

Στο πλαίσιο των κοινωνικών συζητήσεων για τις σχέσεις μεταξύ ατόμων του ίδιου φύλου, αυτός ο φθόνος δεν αφορά απαραίτητα στον σεξουαλικό προσδιορισμό, αλλά μπορεί να πηγάζει από τις αντιληπτές ελευθερίες, την αποδοχή ή ακόμη και το θάρρος να ζει κανείς αυθεντικά – χαρακτηριστικά που το άτομο που ζηλεύει μπορεί να αισθάνεται ότι του λείπουν ή ότι καταπιέζονται μέσα του.

Η σφοδρή λεκτική αντιπαράθεση και η απόρριψη των δεδομένων στις επίκαιρες συζητήσεις σχετικά με τον γάμο μεταξύ ατόμων του ιδίου φύλου, την τεκνοθεσία και την παρένθετη κύηση από ομόφυλα ζευγάρια, είναι λοιπόν σύνθετες συμπεριφορές με έδαφος σε ψυχολογικές έννοιες όπως η προκατάληψη της ομάδας, η γνωστική ασυμφωνία και ο φθόνος.

Η κατανόηση αυτών των υποκείμενων ψυχολογικών μηχανισμών προσφέρει πολύτιμες γνώσεις για τέτοιες κοινωνικές συζητήσεις και μπορεί να καθοδηγήσει αποτελεσματικότερες στρατηγικές επικοινωνίας και παρέμβασης.

Βιβλιογραφία:
Smith, R. H., & Kim, S. H. (2007). Comprehending envy. Psychological Bulletin, 133(1), 46-64.
Tajfel, H., & Turner, J. C. (1979). An integrative theory of intergroup conflict. In W. G. Austin & S. Worchel (Eds.), The social psychology of intergroup relations. Brooks/Cole.
Festinger, L. (1957). A theory of cognitive dissonance. Stanford University Press.
Vozza, S. (2015). Umberto Eco: “Τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης δίνουν στις λεγεώνες των ηλιθίων το δικαίωμα να μιλούν”. Συνέντευξη με τον Umberto Eco. La Stampa.

Δημήτρης Παπαδημητριάδης είναι ψυχίατρος, ψυχοθεραπευτής