Όταν μερικούς μήνες πριν ξεκίνησε η συζήτηση για την ισότητα και την επέκταση του πολιτικού γάμου στη χώρα μας για όλους τους Έλληνες πολίτες, χωρίς διακρίσεις, και ανεξαρτήτως σεξουαλικού προσανατολισμού, η πρώτη σκέψη που πέρασε από το μυαλό πολλών ήταν ότι επιτέλους αποκαθίστατο μία αδικία χρόνων.

Φυσικά το σύμφωνο συμβίωσης ήδη από το 2015 είχε λύσει κάποια προβλήματα σε πολλά ομόφυλα ζευγάρια, ωστόσο, εκκρεμούσε – ανάμεσα σε άλλα – και το ζήτημα των παιδιών. Ποιος θα προστάτευε τα παιδιά ομόφυλων οικογενειών, όταν προς το παρόν η ίδια η Πολιτεία αναγνωρίζει μόνο τον έναν γονέα ως τέτοιον – ειδικά σε περιπτώσεις θανάτου, ασθένειας ή διαζυγίου;

Τα παιδιά αυτά ζουν και ευημερούν ανάμεσά μας, χάρη στην αγάπη των γονιών τους – όμως, όσον αφορά στα δικαιώματα, θεωρούνται «πλάσματα ενός κατώτερου θεού».

Πού είναι τα πυροτεχνήματα;

Κάτω από άλλες συνθήκες, το νομοσχέδιο, παρά τα αρνητικά και τις παραλείψεις, θα έπρεπε να αποτελεί λόγο για ξέφρενους πανηγυρισμούς, και αιτία βαθιάς συγκίνησης και περηφάνιας για τους πολίτες της χώρας. Η ισότιμη αναγνώριση των ΛΟΑΤΚΙ+ οικογενειών και των παιδιών που έχουν αποκτήσει, θα φανταζόταν κάποιος ότι θα έδινε δύναμη σε πολλούς ότι υπάρχει ελπίδα να γίνουν σημαντικά βήματα προς τα εμπρός.

Αντ’ αυτού, από την πρώτη κιόλας ημέρα άρχισαν να δημιουργούνται αντιδράσεις. Αντιδράσεις; Τι αντιδράσεις; Ποιος μπορεί να αντιτίθεται στο να έχουν όλοι ίσα δικαιώματα και κυρίως με ποιο δικαίωμα;

Μπορεί σε όλους να μην είναι κατανοητό, αλλά απ’ ότι φαίνεται, μία – ουδόλως ευκαταφρόνητη – μερίδα συμπολιτών μας φοβάται ή αγχώνεται για κάτι. Η Έλενα Σκολή, η οποία έχει ασχοληθεί ερευνητικά με τα ζητήματα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και των διεκδικήσεων της ΛΟΑΤΚΙ+ κοινότητας, δίνει τις δικές εξηγήσεις. Άλλωστε, όπως υποστηρίζει και η ίδια, οι ειδικοί ψυχικής υγείας οφείλουν να αφουγκράζονται τους φόβους των ανθρώπων.

Δεν είμαι ρατσιστής – έχω φίλους gay

Εάν στην αραχνοφοβία κάποιος φοβάται τις αράχνες και στην υψοφοβία το ύψος, ένας ομοφοβικός, τι ακριβώς φοβάται; Ναι οκ! Η απάντηση δεν μπορεί να είναι ούτε σύντομη ούτε απλή. Όμως σύμφωνα με την κ. Σκολή, αυτό που νιώθει είναι μία προσλαμβανόμενη – και όχι πραγματική – απειλή για την καθεστηκυία  τάξη.

«Οι άνθρωποι έχουμε φτιαχτεί να δομούμε την πραγματικότητά μας για να επιβιώσουμε. Τα δύο βασικά συστήματα δόμησης στη χώρα μας είναι η πατριαρχία και η ετεροκανονικότητα, δηλαδή η πεποίθηση πως υπάρχουν δύο φύλα και η αντίληψη ότι το φύλο απορρέει από τα βιολογικά μας χαρακτηριστικά και πως, ανάλογα με αυτά, μας έλκει ένα αντίθετο φύλο», τονίζει η ψυχολόγος.

Δεν είμαστε έρμαια της βιολογίας μας, ούτε υπάρχει απαραίτητα η ανάγκη να δομούμαστε σε απόλυτα πρότυπα

«Η ετεροκανονικότητα έχει γίνει ένας κανονικός τρόπος ζωής που μας υπαγορεύει πώς να ζούμε σαν γυναίκες και σαν άντρες, να ελκόμαστε και να αναπαραγόμαστε μεταξύ μας και όλα αυτά πάντα σε ένα σύστημα που οργανώνεται από την πατριαρχία».

«Αυτό, με έναν πρωτόγονο τρόπο μας κάνει να αντιλαμβανόμαστε τι συμβαίνει γύρω μας. Δεν είμαστε, ωστόσο, έρμαια της βιολογίας μας, ούτε υπάρχει στην ουσία απαραίτητα αυτή η ανάγκη να δομούμαστε σε απόλυτα πρότυπα», αναφέρει η κ. Σκολή και συνεχίζει: «Όσοι όμως το κάνουν, έχουν σαν αποτέλεσμα να εκλαμβάνουν ως απειλή οτιδήποτε ξεφεύγει από αυτά τα πρότυπα. Το βλέπουν ως προσλαμβανόμενα απειλητικό παρόλο που δεν τους απειλεί πραγματικά. Μάλιστα, όσο πιο πυρηνική είναι αυτή η ιδέα του κόσμου για εκείνους, τόσο πιο απειλητικό φαντάζει αυτό για τους ίδιους και, σε ένα μακροεπίπεδο, για τη δομή της κοινωνίας».

Το προφίλ των ομοφοβικών

Υπάρχουν όμως άραγε κάποια συγκεκριμένα χαρακτηριστικά που συνθέτουν το προφίλ ενός ομοφοβικού ατόμου; «Η έρευνα στην Κοινωνική Ψυχολογία είναι πολύ ετερογενής – έχουμε δηλαδή, πολλές διαφορετικές προσεγγίσεις. Αν προσεγγίσουμε το ερώτημα καθαρά τεχνοκρατικά, επιστημονικά, θετικιστικά, όντως οι επιστήμονες έχουν εντοπίσει συγκεκριμένα χαρακτηριστικά σε αυτούς τους ανθρώπους», αναφέρει η κ. Σκολή.

«Σε ένα άλλο επίπεδο, λιγότερο θετικιστικό, θα λέγαμε πως κατασκευάζουμε πραγματικότητες και υπάρχουν συγκεκριμένες ρητορικές σε κάθε κοιωνικο-χωρικό και ιστορικό πλαίσιο, οι οποίες δομούν την πραγματικότητά μας. Σύμφωνα λοιπόν με αυτή την προσέγγιση, τα άτομα που αντιτίθενται είναι όσα δομούν την πραγματικότητά σε επικρατούσες ρητορικές που είναι ετεροκανονιστικές και πατριαρχικές».

Τι να το κάνεις αν δεν υπάρχουν ευήκοα ώτα;

Αδιαμφισβήτητα, υπάρχει ένα ευρύ φάσμα των αντιδράσεων: Από άτομα που απλώς είναι διστακτικά και αμφιταλαντεύονται μέχρι άλλα που εκτοξεύουν κατηγόριες και γίνονται κήρυκες του μίσους. Τι μπορεί όμως να γίνει ώστε να πραγματοποιηθεί ένας υγιής διάλογος;

Ο σωστός δημόσιος διάλογος πρέπει να περιλαμβάνει άτομα που είτε έχουν τις γνώσεις είτε προέρχονται από την κοινότητα των ΛΟΑΤΚΙ+

Για την ψυχολόγο, «πρέπει οι άνθρωποι να θέλουν να ακούσουν. Δεν μπορούν οι επιστήμονες να πάνε σε κάθε σπίτι και να μιλήσουν στα άτομα που τα έχει παρασύρει ή τα έχει καταπιεί ο φόβος».

Ο σωστός δημόσιος διάλογος, που περιλαμβάνει άτομα που είναι αρμόδια και είτε έχουν τις γνώσεις είτε προέρχονται από την κοινότητα των ΛΟΑΤΚΙ+ και μιλούν μέσα από την εμπειρία τους, είναι ζωτικής σημασίας.

Για την κ. Σκολή, οι ειδικοί ψυχικής υγείας πρέπει να αφουγκράζονται τους φόβους των ανθρώπων: «Αυτό μας πάει συχνά πολλά βήματα πίσω. Δηλαδή, στον δικό μας χώρο υπήρξαν και πολλές αντιδράσεις σχετικά με την ανακοίνωση της Ελληνικής Ψυχιατρικής Εταιρείας (σ.σ. ότι η ομοφυλοφιλία δεν αποτελεί ψυχική νόσο). Δυστυχώς όμως υπάρχουν περιπτώσεις που χρειάζεται μερικές φορές να πηγαίνουμε πίσω και να ξεκινάμε από τα βασικά. Το κομμάτι ότι δεν θα τεκνοθετήσουν ψυχικά ασθενή άτομα, όσο  θλιβερό και οπισθοδρομικό και αν ακούγεται σε ορισμένους, κάποιοι άλλοι έπρεπε να το ακούσουν – δηλαδή χρειαζόταν να γίνει ξεκάθαρο», παραδέχεται η ψυχολόγος.

«Η παραδοσιακή ελληνική οικογένεια διαλύεται κι εσύ κοιμάσαι»

Επειδή έχουμε ακούσει πολλάκις για την παραδοσιακή ελληνική οικογένεια, ότι αποτελεί τον στυλοβάτη της κοινωνίας και ότι η καινούργια νομοθεσία υπογράφει την ταφόπλακά της, όσοι όντως το υποστηρίζουν, μάλλον κάνουν κακό χιούμορ.

Τα τελευταία χρόνια το ποσοστό των ζευγαριών που προχωρούν σε λύση του γάμου τους ανεβαίνει σταθερά, οι γεννήσεις παιδιών έχουν πέσει κατακόρυφα, με τα στατιστικά να  δείχνουν ότι ο πληθυσμός της Ελλάδας θα μειωθεί πιθανότατα κατά 1,3 εκατομμύρια έως το 2050 και φυσικά στη λίστα μπαίνουν οι γυναικοκτονίες, η έξαρση βίας σε ανήλικα ακόμη και κάτω των 13 ετών, η γενική αποξένωση, ο εθισμός στις οθόνες, η έλλειψη ενσυναίσθησης… Δεν είναι κάπως υποκριτικό να συμβαίνουν τόσα μέσα στην οικογένειά μας κι εμείς να μιλάμε για τις οικογένειες των άλλων;

Πολιτισμικά είμαστε μία συλλογική κοινωνία και έχουμε συνηθίσει να έχουμε λόγο για πράγματα που ουσιαστικά δεν μας πέφτει λόγος

Για την ψυχολόγο κ. Σκολή, η ανάγκη που νιώθουν ορισμένα άτομα να σχολιάζουν είναι κάτι που υπάρχει έμφυτο στην κοινωνία μας.  «Πολιτισμικά είμαστε μία συλλογική κοινωνία. Δεν είμαστε ένας ατομικιστικός πολιτισμός. Αυτό έχει τα θετικά του, ότι δηλαδή περιμένουμε και συνήθως έχουμε παραπάνω βοήθεια και υποστήριξη από τα μέλη της οικογένειας, αλλά έχει φυσικά και τα αρνητικά του: Έχουμε συνηθίσει να έχουμε λόγο για πράγματα που ουσιαστικά δεν μας πέφτει λόγος».

 «Περιμέναμε ότι θα υπάρξουν αντιδράσεις, είναι άλλωστε ένα σημαντικό ζήτημα – δεν θέλουμε να υποτιμήσουμε τη σημασία του. Έχει ιστορική και κοινωνικο-πολιτισμική σημασία. Θέλουμε να γίνει διάλογος αλλά να είναι γόνιμος και να μας πάει μπροστά. Ωστόσο, πρέπει να υπάρχουν ανοιχτά αυτιά και να θέλει ο άλλος να ακούσει», τονίζει η ψυχολόγος.

Τα παιδιά που μεγαλώνουν χωρίς μητέρα και πατέρα είναι καταδικασμένα

Οι ειδικοί έχουν κουραστεί να επαναλαμβάνουν πως τα παιδιά ομόφυλων οικογενειών έχουν τις ίδιες πιθανότητες να ευημερήσουν σε σύγκριση με αυτά που προέρχονται από τις ετεροκανονικές  οικογένειες. Μέσα σε αυτό φυσικά έχουμε πάρα πολλούς αστερίσκους.

«Το επιχείρημα ότι πρέπει να υπάρχει πατέρας και μητέρα προέρχεται από την ποπ ψυχολογία, δηλαδή την ψυχολογία για ευρεία κατανάλωση. Είναι η εύκολη ψυχολογία που βρίσκει κάποιες πηγές, κάποιες δημοφιλείς απόψεις, φορά τον μανδύα της επιστήμης και αναπτύσσει επιχειρήματα. Προέρχεται από ιδέες πολύ πιο παλιές – κάπως φροϋδικές – για την ψυχοσεξουαλική ανάπτυξη του ανθρώπου, οι οποίες επιστημονικά έχουν πλέον αμφισβητηθεί», τονίζει η κ. Σκολή.

«Υπάρχει για παράδειγμα η θεωρία δεσμού η οποία έκανε λόγο για φροντιστή και υποστήριζε ότι ένα άτομο, στα πρώιμα του χρόνια, αναπτύσσει βαθιά σχέση με αυτόν, δηλαδή ουσιαστικά τη μητέρα. Αυτή όμως είναι μία παλιά θεωρία της δεκαετίας του 1960. Τέτοιες αναχρονιστικές θεωρίες και ιδέες έρχονται και παρεισφρέουν σε αυτόν τον δημόσιο λόγο που έχει ανοίξει στις μέρες μας. Από εκεί προέρχονται τα επιχειρήματα ότι χρειάζεται πατέρας και μητέρα. Επιστημονικά, δεν βλέπουμε να επηρεάζεται η ψυχική υγεία των παιδιών επειδή δεν έχουν μπαμπά ή μαμά. Εξάλλου, σε πολλές περιπτώσεις μπορεί να συμβαίνει κάτι τέτοιο», καταλήγει η ψυχολόγος.

Και αν πάει κάτι στραβά μεγαλώνοντας;

Υπάρχουν όντως έρευνες οι οποίες δείχνουν ότι μπορεί να υπάρξει – αυτό που ονομάζεται – «ανασφαλής δεσμός», δηλαδή ζητήματα σχετικά με το πώς ένα άτομο συνδέεται με άλλα άτομα γύρω του. Συχνά μπορεί να υπάρχουν δυσκολίες με την εμπιστοσύνη, για παράδειγμα υπερανεξαρτησία ή ακόμα και υπερεξάρτηση.

Τα άτομα που τεκνοθετούν έχουν κάνει μία πολύ συνειδητή επιλογή και έχουν περάσει από πολύ αυστηρά κριτήρια αξιολόγησης

«Εδώ όμως θα πρέπει να δούμε οι έρευνες αυτές σε τι πληθυσμό έχουν γίνει», τονίζει η κ. Σκολή. «Αν έχουν γίνει σε παιδιά που έχουν τεκνοθετηθεί, αυτά τα παιδιά σε μία πολύ πρώιμη ηλικία, έχουν βιώσει εγκατάλειψη – επομένως η δυσκολία τους σε μεγάλο βαθμό δεν εμφανίζεται επειδή δεν έχουν μία μητέρα και έναν πατέρα. Αυτό το πρώιμο βίωμα εγκατάλειψης μπορεί να μην μπορεί να ανακληθεί στη μνήμη τους, αλλά ο οργανισμός θυμάται πότε έμεινε μόνος του. Έτσι, σε κάποιες περιπτώσεις, παιδιά που έχουν τεκνοθετηθεί μπορούν να εμφανίσουν κάποια θέματα αργότερα αλλά φυσικά αυτό ισχύει και για τα ομόφυλα ζευγάρια αλλά και για τα ετερόφυλα που τεκνοθετούν».

Η γενική ωστόσο, απάντηση για την ψυχολόγο είναι ότι, όχι μόνο δεν παρατηρούνται χειρότερα αποτελέσματα, αλλά σε μεγάλο βαθμό οι επιστήμονες βλέπουν πολλά θετικά, καθώς μιλάμε για άτομα «που έχουν κάνει μία πολύ συνειδητή επιλογή, έχουν περάσει από πολύ αυστηρά κριτήρια αξιολόγησης για να μπορέσουν να τεκνοθετήσουν».

«Επιπλέον, στα ζευγάρια που προχωρούν σε τεκνοθεσία παρουσιάζεται και η ανάγκη να αποδείξουν ότι είναι καλοί γονείς – πρώτα στον εαυτό τους και έπειτα στην κοινωνία», καταλήγει η κ. Σκολή.

Θα γεμίσουμε ομοφυλόφιλους

Ένα άλλο επιχείρημα που χρησιμοποιείται ευρέως είναι η αντίληψη ότι τα παιδιά αυτά θα γίνουν gay ή λεσβίες. Εάν πραγματικά ανησυχεί ορισμένους η ψυχοσεξουαλική ανάπτυξη αυτών των παιδιών, τότε η κ. Σκολή τονίζει πως κάτι τέτοιο ξεκάθαρα ΔΕΝ ισχύει.

«Αυτό που έχει παρατηρηθεί είναι ότι σε παιδιά ομόφυλων ζευγαριών υπάρχουν περισσότερα δείγματα πειραματισμού σχετικά με τη σεξουαλικότητα και το φύλο τους, το οποίο φυσικά δεν θεωρείται ότι αποτελεί πρόβλημα. Ξεκάθαρα λοιπόν δεν τίθεται ζήτημα σεξουαλικού προσανατολισμού. Βλέπουμε ωστόσο, διαφορές όσον αφορά στον πειραματισμό, καθώς αυτά τα παιδιά μεγαλώνουν σε ένα πλαίσιο που έχει έναν πιο ευρύ ορισμό σχετικά με το τι είναι το φύλο μου, και τι η σεξουαλικότητά μου», παρατηρεί η ψυχολόγος.

Το παιδί θα είναι δακτυλοδεικτούμενο στο σχολείο

Υφίστανται όντως έρευνες που δείχνουν ότι μπορεί να υπάρξει δυσφορία σε παιδιά ομόφυλων ζευγαριών. Ωστόσο, μία πολύ απλή απάντηση θα ήταν να λάβει μέτρα το ίδιο σχολείο. Δηλαδή να φτιαχτεί ένα υγιές πλαίσιο-περιβάλλον, ώστε να είναι ασφαλή όλα τα παιδιά.

Εφόσον δεν μπορούμε να έχουμε μία κοινωνία που δεν στιγματίζει κανέναν, να δημιουργηθεί ένα υποστηρικτικό σύστημα γι’ αυτές τις οικογένειες

«Για τα προβλήματα bullying που μπορεί να υφίσταται ένα παιδί δεν φταίει η ομόφυλη γονεϊκότητα, αλλά η  κοινωνική αντιμετώπιση και εκεί θα πρέπει να εστιάσουμε», αναφέρει η κ. Σκολή.

«Επειδή θα ήταν ουτοπικό να πούμε ότι όλες οι οικογένειες είναι δεκτικές απέναντι σε μία ομόφυλη οικογένεια – παρόλο που θα ήταν ιδανικό να ζούμε σε μία κοινωνία που δεν αποκλείει και δεν στιγματίζει κανέναν –  είναι απαραίτητο να δημιουργηθεί ένα υποστηρικτικό σύστημα γύρω από αυτές τις οικογένειες. Το σύστημα αυτό θα περιλαμβάνει ειδικούς ψυχικής υγείας αλλά και συμβουλευτική γονέων για το πώς θα διαχειριστούν ζητήματα που προκύπτουν στο ευρύτερο περιβάλλον του παιδιού και κυρίως στο σχολείο».

Αυστηρότεροι έλεγχοι όσον αφορά στην τεκνοθεσία από ομόφυλα ζευγάρια

Δεδομένου ότι το ζήτημα της τεκνοθεσίας είναι ήδη εξαιρετικά δυσκίνητο και πολύ ψυχοφθόρο ως διαδικασία, με πολλά ζευγάρια να καταλήγουν σε άλλες χώρες ώστε να μπορέσουν να τεκνοθετήσουν, η κ. Σκολή θεωρεί πως η λύση δεν είναι οι αυστηρότεροι έλεγχοι.

«Σκοπός είναι να γίνονται τα πράγματα με τρόπο που να είναι βιώσιμος και όσο το δυνατόν λιγότερο ψυχοφθόρος. Όσον αφορά στο ζήτημα της ασφάλειας, η λύση για μένα είναι η καλή ενημέρωση όλων όσων εμπλέκονται στη διαδικασία. Και κυρίως να εμπλέκονται άτομα τα οποία να έχουν πολύ καλή γνώση για όλες τις μορφές γονεϊκότητας και τη μονογονεϊκότητα και την ομόφυλη γονεϊκότητα», τονίζει η ψυχολόγος.

Σκέψου διπλά πριν εκφέρεις άποψη

Αυτό που η επιστημονική κοινότητα θέλει να τονισθεί είναι ότι τα δικαιώματα που επιτέλους παραχωρούνται και στα ομόφυλα ζευγάρια ΔΕΝ απειλούν κανένα – ούτε στερούν από κάποιο άλλο άτομο τα δικαιώματά του.

Το δικαίωμα στο όνειρο πρέπει να είναι αναφαίρετο και η κοινωνία το έχει στερήσει από πολλά άτομα, με πολλές δικαιολογίες, για πολλά χρόνια

Το εν λόγω νομοσχέδιο έχει κάνει πολλούς ανθρώπους να ονειρεύονται ότι θα παντρευτούν ή ότι θα κάνουν οικογένεια. Γιατί για πολλά χρόνια, ορισμένοι είχαν μπει σε μία διαδικασία να πείσουν τον εαυτό τους ότι δεν τα θέλουν, αφού δεν θα μπορούσαν να τα έχουν.  

«Είναι πάρα πολύ καταπιεστικό να πείθω τον εαυτό μου ότι δεν έχει τις ανάγκες που έχει. Συχνά οι άνθρωποι μιλάμε χωρίς να κάνουμε εικόνα. Χρησιμοποιούμε τσιτάτα και έχουμε ξεχάσει ότι μιλάμε για ανθρώπους οι οποίοι θα έχουν την ευκαιρία να μπορέσουν να ζήσουν μία ζωή όπως την επιθυμούν, με τις δυσκολίες που έχει η ζωή όλων μας».

«Το δικαίωμα στο να ονειρευόμαστε θα πρέπει να είναι αναφαίρετο και η κοινωνία το έχει στερήσει από πάρα πολλά άτομα, με πάρα πολλές δικαιολογίες και για πάρα πολλές δεκαετίες», καταλήγει η ψυχολόγος, κ. Σκολή.