icon zoom-in

Μεγέθυνση κειμένου

Α Α Α

Πώς ο Ισπανός καλλιτέχνης ενεπλάκη στο σκάνδαλο της αρπαγής του διάσημου πίνακα του Ντα Βίντσι

Η Μόνα Λίζα, το πιο διάσημο ίσως έργο τέχνης στον κόσμο, προσελκύει καθημερινά χιλιάδες επισκέπτες στο Μουσείο του Λούβρου. Ωστόσο, οι περισσότεροι δεν ξέρουν πως το αριστούργημα του Λεονάρντο ντα Βίντσι των αρχών του 16ου αιώνα δεν έχαιρε πάντα μεγάλης αναγνώρισης, αλλά «χρωστά» – εν μέρει – τη δημοφιλία του σε έναν Ιταλό που έκλεψε τον πίνακα στις 21 Αυγούστου 1911 από το μουσείο στο Παρίσι, σε μια από τις πιο παράτολμες επιχειρήσεις στην ιστορία της τέχνης.

Στο βιβλίο του “The Thefts of the Mona Lisa: On Stealing the World’s Most Famous Painting”, ο ιστορικός τέχνης Noah Charney αναφέρεται στην κλοπή, εξηγώντας γιατί και πώς ο Vincenzo Peruggia, ένας υπάλληλος του μουσείου, έκλεψε τον πίνακα, ο οποίος ανακτήθηκε δύο χρόνια αργότερα, όταν προσπάθησε να τον πουλήσει σε έναν έμπορο αρχαιοτήτων στη Φλωρεντία.

Ο συγγραφέας περιγράφει λεπτομερώς τον τρόπο με τον οποίο ο ιταλικής καταγωγής Peruggia, ο οποίος εργαζόταν για μια εταιρεία που είχε προσληφθεί από το Λούβρο για να φτιάχνει προστατευτικές θήκες, οργάνωσε την κλοπή.

Φέρτε πίσω τα κλεμμένα

Ο Peruggia είχε την εντύπωση ότι οι στρατιώτες του Ναπολέοντα είχαν αρπάξει τον πίνακα από την Ιταλία κατά τη διάρκεια της εκστρατείας του τελευταίου στη χώρα (1796-97), όπως γράφει ο Charney.

Ο συγγραφέας, ωστόσο, αμφισβητεί τα κίνητρα του Ιταλού άνδρα, ο οποίος ισχυρίστηκε ότι οργάνωσε την κλοπή από πατριωτισμό: Υπάρχουν άφθονες αποδείξεις ότι «ο Peruggia ήθελε απλώς να βγάλει χρήματα».

Αυτό προκύπτει από τα λόγια του ίδιου σε επιστολές που έγραψε στους γονείς του, στον Alfredo Geri και σε έναν άλλο έμπορο έργων τέχνης στη Ρώμη. Ο Peruggia ζήτησε από τον Geri 500.000 ιταλικές λίρες, περίπου 650.000 δολάρια, όταν προσέγγισε για πρώτη φορά τον έμπορο για την επιστροφή της Μόνα Λίζα στην Ιταλία.

Ωστόσο, λέει ο Charney, «είναι δύσκολο να μην συμπαθήσεις τον Peruggia. Φαίνεται να είναι ένας άνθρωπος που είδε μια ευκαιρία και την άρπαξε. Είναι ένας φιλόδοξος καλλιτέχνης της εργατικής τάξης που έτυχε να εργάζεται για μια εταιρεία που συνεργαζόταν με το Λούβρο, οπότε ξαφνικά είχε πρόσβαση σε εσωτερικές πληροφορίες. Έφερε τον πίνακα πίσω στη Φλωρεντία και στη συνέχεια τον επέστρεψε [αφού συνελήφθη]».

Ποια Μονα Λίζα;

Πριν από την κλοπή, η Μόνα Λίζα δεν ήταν ευρέως γνωστή εκτός του κόσμου της τέχνης. Ο Λεονάρντο ντα Βίντσι την ζωγράφισε το 1507, αλλά μόλις τη δεκαετία του 1860 οι κριτικοί άρχισαν να την αποκαλούν «το ένα αριστούργημα της αναγεννησιακής ζωγραφικής».

Μάλιστα, λέγεται πως πέρασαν 28 ώρες μέχρι να παρατηρήσει κάποιος τα τέσσερα γυμνά άγκιστρα στην αίθουσα του μουσείου. Ο τύπος που το πρόσεξε ήταν ένας πιεστικός καλλιτέχνης που του άρεσε να φτιάχνει πίνακες με νεκρή φύση και που αποφάσισε να στήσει το καβαλέτο του για να ζωγραφίσει μέσα στο Λούβρο.

Κανείς από τους υπεύθυνους αρχικά δεν θορυβήθηκε καθώς, την περίοδο εκείνη, πολλοί πίνακες είχαν μεταφερθεί στον πάνω όροφο προκειμένου να γίνει μία φωτογράφιση ορισμένων έργων του Λούβρου. Ο καλλιτέχνης, ωστόσο, ένιωθε ότι δεν μπορούσε να δουλέψει χωρίς τη Μόνα Λίζα και έπεισε τον φύλακα να πάει να ρωτήσει πόσο χρόνο ακόμα θα έπαιρνε η φωτογράφηση.

Ο φύλακας έφυγε και επέστρεψε μετά από λίγο λέγοντας: «Ξέρετε κάτι, οι φωτογράφοι λένε ότι δεν τον έχουν!» Και κάπως έτσι, η Μόνα Λίζα έγινε διάσημη κυριολεκτικά εν μία νυκτί.

Τι ντροπή!

Όταν το Λούβρο έκανε γνωστή την κλοπή, διάφορα πρωτοσέλιδα εφημερίδων σε όλο τον κόσμο άρχισαν να γράφουν για το αριστούργημα που εκλάπη. «60 ντετέκτιβ αναζητούν την κλεμμένη Μόνα Λίζα, το γαλλικό κοινό αγανακτισμένο», έλεγαν οι New York Times και η κλοπή έγινε μέσα σε λίγες ώρες κάτι σαν εθνικό σκάνδαλο.

Μετά από μια εβδομάδα διακοπής λειτουργίας, το Λούβρο άνοιξε ξανά για το κοινό. Ανάμεσα στους επισκέπτες ήταν και ένας από τους πιο σημαντικούς λογοτέχνες του 20ού αιώνα, ο Φραντς Κάφκα, που έσπευσαν να δουν το άδειο σημείο που είχε γίνει «σημάδι ντροπής» για τους Παριζιάνους.

Κλεπταποδόχος ο Πικάσο;

Όσον αφορά στην εμπλοκή του Πάμπλο Πικάσο, ο Charney κάνει αναφορά σε έναν άνδρα, τον Honoré-Joseph Géry Pieret, ο οποίος υπήρξε για λίγο γραμματέας του Γάλλου ποιητή και θεατρικού συγγραφέα Guillaume Apollinaire.

Ο Géry Pieret έκλεβε αντικείμενα από το Λούβρο συστηματικά – ίσως ήταν κλεπτομανής και το έκανε από ψυχαναγκασμό – γύρω στο 1906 και 1907, σημειώνει ο συγγραφέας. Μετά από μία σειρά κλοπών, μια εβδομάδα μετά την αρπαγή της Μόνα Λίζα, ο Pieret έγραψε σε επιστολή του: «Κύριε, στις 7 Μαΐου 1911 έκλεψα ένα φοινικικό αγαλματίδιο από μια από τις αίθουσες του Λούβρου. Το κρατώ στη διάθεσή σας, έναντι του ποσού των 50.000 φράγκων».

Στην ίδια επιστολή η οποία δημοσιεύθηκε στο Paris-Journal, ο Pieret εξηγούσε ότι είχε κλέψει άλλες δύο προτομές, μια ανδρική και μια γυναικεία, σε δύο διαφορετικές επισκέψεις στο Λούβρο σε διαδοχικές ημέρες. Έλεγε μάλιστα πως στη συνέχεια τις πούλησε σε ανώνυμους φίλους στο Παρίσι, ένας εκ των οποίων ήταν ζωγράφος – αργότερα θα αποδεικνυόταν ότι ο «ανώνυμος φίλος» ήταν ο Πικάσο, λέει ο Charney.

Πράγματι, τόσο ο Πικάσο όσο και ο Apollinaire είχαν στην κατοχή τους δύο αρχαία ιβηρικά γλυπτά κεφάλια, τα οποία, ωστόσο, είχαν κλαπεί από το Λούβρο τέσσερα χρόνια νωρίτερα, γύρω στο 1907.

Έργα τέχνης στο ντουλάπι

Η Fernande Olivier, ερωμένη του Πικάσο εκείνη την εποχή, αναφέρει στα απομνημονεύματά της – που περιλαμβάνονται στο βιβλίο του Charney: «Ο Pieret έδωσε στον Πικάσο δύο μικρά αγαλματίδια χωρίς να αποκαλύψει από πού τα είχε αποκτήσει. Είπε μόνο ότι δεν έπρεπε να εκτεθούν με πολύ εμφανή τρόπο. Ο Πικάσο μαγεύτηκε και κράτησε αυτά τα δώρα σαν θησαυρό και τα έθαψε στο βάθος ενός ντουλαπιού».

Ο Apollinaire παρέδωσε τελικά τις προτομές στο Paris-Journal υπό τον όρο να μην ανακατευθεί το όνομά του στην υπόθεση και έτσι τα έργα επέστρεψαν στο Λούβρο. Όμως, στις 7 Σεπτεμβρίου 1911, ο Γάλλος θεατρικός συγγραφέας συνελήφθη και κατηγορήθηκε ότι φιλοξενούσε τον κλέφτη των κεφαλών των ιβηρικών αγαλμάτων. Τότε συνελήφθη και ο Πικάσο.

«Η αστυνομία του Παρισιού, προσπαθώντας να βρει κάτι θετικό για να αντισταθμίσει την έλλειψη προόδου στην υπόθεση της Μόνα Λίζα» κατηγόρησε τον Apollinaire ότι ήταν αναμεμειγμένος στην κλοπή της Μόνα Λίζα, χωρίς ωστόσο να έχει κάτι χειροπιαστό εναντίον του. Και οι δύο διάσημοι κρατούμενοι ανακρίθηκαν, αλλά ελλείψει στοιχείων, αφέθηκαν ελεύθεροι.

Λίγους μήνες αργότερα, ο Vincenzo Peruggia, ο οποίος κρατούσε καλά κρυμμένη έως τότε τη Μόνα Λίζα, επιχείρησε να πουλήσει τον πίνακα στον Mario Fratelli, ιδιοκτήτη μιας γκαλερί τέχνης στη Φλωρεντία. Ο Fratelli τότε κάλεσε τον Giovanni Poggi, διευθυντή της γκαλερί Uffizi, ο οποίος πιστοποίησε την αυθεντικότητα του πίνακα και ειδοποίησε την αστυνομία, που συνέλαβε τον Peruggia στο ξενοδοχείο του.

Ο Ιταλός άνδρας δήλωσε ένοχος για την κλοπή του πίνακα και καταδικάστηκε σε μόλις οκτώ μήνες φυλάκιση.

Με πληροφορίες από The Art Newspaper / National Public Radio