Πώς γεννήθηκε ο γυμνισμός ή πότε άρχισαν οι άνθρωποι να πετούν ξανά τα ρούχα τους

Πηγή: Pixabay
Μεγέθυνση κειμένου
Ο γυμνισμός είναι η κοινωνική πρακτική του να κυκλοφορείς χωρίς ρούχα, με τα δύο φύλα να αλληλεπιδρούν ελεύθερα, αλλά συνήθως χωρίς να συμμετέχουν σε σεξουαλικές δραστηριότητες
Για τον Homo Sapiens και για πολλούς αρχαίους πολιτισμούς, η γύμνια ήταν κάτι το απόλυτα φυσιολογικό. Το ότι ο άνθρωπος κάποια στιγμή ένιωσε την ανάγκη να χρησιμοποιήσει την ένδυση για να καλύψει το σώμα του, ήταν μία από τις αλλαγές που σηματοδότησαν και το τέλος της νεολιθικής εποχής και την αρχή των πολιτισμών. Πώς όμως από εκεί φτάσαμε στη δημιουργία της πρώτης αποικίας γυμνιστών στις ΗΠΑ, μία μέρα σαν σήμερα, στις 13 Ιουνίου 1930;
Η γύμνια αποτελούσε παραδοσιακά τον κοινωνικό κανόνα, τόσο για τους άνδρες όσο και για τις γυναίκες στους πολιτισμούς των κυνηγών-τροφοσυλλεκτών σε θερμά κλίματα και εξακολουθεί να είναι συνηθισμένη σε πολλούς αυτόχθονες λαούς.
Η ανάγκη κάλυψης του σώματος σχετίζεται με την ανθρώπινη μετανάστευση από τους τροπικούς σε κλίματα όπου τα ρούχα ήταν απαραίτητα ως προστασία από τον ήλιο, τη ζέστη και τη σκόνη στη Μέση Ανατολή ή από το κρύο και τη βροχή στην Ευρώπη και την Ασία.
Στις σύγχρονες κοινωνίες, η απόλυτη δημόσια γύμνια γινόταν όλο και πιο σπάνια, καθώς συνδεόταν με χαμηλότερο κύρος, αλλά το ήπιο μεσογειακό κλίμα επέτρεπε την ελάχιστη ένδυση, και σε πολλούς αρχαίους πολιτισμούς, η αθλητική ή/και λατρευτική γύμνια των ανδρών και των αγοριών ήταν μια φυσική έννοια.
Στην αρχαία Ελλάδα, η ανδρική γύμνια γιορταζόταν στην αρχαία Ελλάδα σε μεγαλύτερο βαθμό από οποιονδήποτε πολιτισμό πριν ή μετά. Ο Ησίοδος, ο συγγραφέας του ποιήματος Θεογονία, το οποίο περιγράφει την προέλευση και τις γενεαλογίες των Ελλήνων θεών στην αρχαία ελληνική θρησκεία, πρότεινε στους αγρότες να σπέρνουν γυμνοί, και να οργώνουν γυμνοί, και να θερίζουν γυμνοί, «αν θέλετε να φέρετε όλους τους καρπούς της Δήμητρας στην κατάλληλη εποχή». Η ιδιότητα της ελευθερίας, της αρρενωπότητας, των προνομίων και των σωματικών αρετών διεκδικούνταν με την απόρριψη των καθημερινών ενδυμάτων για την αθλητική γύμνια.
Η γύμνια έγινε τελετουργική ενδυμασία μέσω της σύνδεσης του γυμνού σώματος με την ομορφιά και τη δύναμη των θεών. Το γυναικείο γυμνό εμφανίστηκε ως θέμα τέχνης τον 5ο αιώνα π.Χ., εικονογραφώντας ιστορίες γυναικών που έκαναν μπάνιο τόσο σε εσωτερικούς όσο και σε εξωτερικούς χώρους.
Οι εικόνες αντανακλούσαν την άνιση θέση της γυναίκας στην κοινωνία σε σύγκριση με τις αθλητικές και ηρωικές εικόνες γυμνών ανδρών. Οι Σπαρτιάτισσες κατά την κλασική περίοδο ήταν γυμνές μόνο για συγκεκριμένους θρησκευτικούς και τελετουργικούς σκοπούς, ενώ κατά την ελληνιστική περίοδο γυμνάζονταν μαζί με τους άνδρες και συμμετείχαν σε περισσότερα αθλητικά αγωνίσματα.
Σε ορισμένους αρχαίους πολιτισμούς της Μεσογείου, ακόμη και μετά το στάδιο των κυνηγών-τροφοσυλλεκτών, το αθλητικό ή/και λατρευτικό γυμνό των ανδρών και των αγοριών – και σπάνια των γυναικών και των κοριτσιών – ήταν μια φυσική έννοια.
Ο Μινωικός πολιτισμός εκτιμούσε την αθλητική ικανότητα, με τα ταυροκαθάψια να αποτελούν αγαπημένο αγώνισμα. Τόσο οι άνδρες όσο και οι γυναίκες συμμετείχαν φορώντας μόνο ένα περίζωμα.
Το καθημερινό ντύσιμο των ανδρών περιελάμβανε το λεγόμενο «ζώμα», που έμοιαζε με κοντή φούστα ή ποδιά σφιγμένη στη μέση, ενώ οι γυναίκες φορούσαν φορέματα που άφηναν ακάλυπτο το στήθος τους.
Στην αρχαία Ρώμη, η πλήρης γύμνια ήταν ντροπή, αν και μπορούσε να δει κανείς γυμνά σώματα στα δημόσια λουτρά ή στην ερωτική τέχνη.
Στον δυτικό κόσμο, με την εξάπλωση του χριστιανισμού, οι όποιοι θετικοί συσχετισμοί με το γυμνό αντικαταστάθηκαν από τις έννοιες της αμαρτίας και της ντροπής. Αν και η επανανακάλυψη των ελληνικών ιδανικών στην Αναγέννηση επανέφερε το γυμνό σε συμβολική σημασία στην τέχνη, μέχρι τη βικτοριανή εποχή, η δημόσια γύμνια θεωρούνταν άσεμνη.
Στην Ασία, η δημόσια γύμνια θεωρούνταν περισσότερο παραβίαση της κοινωνικής ευπρέπειας παρά αμαρτία, προκαλώντας περισσότερο αμηχανία παρά ντροπή. Ωστόσο, στην Ιαπωνία, τα mixed-gender μπάνια ήταν αρκετά φυσιολογικά και συνηθισμένα μέχρι την αποκατάσταση του αυτοκράτορα Meiji.
Ενώ οι ανώτερες τάξεις είχαν μετατρέψει τα ρούχα σε μόδα, όσοι δεν είχαν την οικονομική δυνατότητα, συνέχισαν να κολυμπούν ή να κάνουν μπάνιο γυμνοί σε φυσικά λουτρά ή σε κοινά λουτρά μέχρι τον 19ο αιώνα.
Η αποδοχή του δημόσιου γυμνισμού επανεμφανίστηκε στα τέλη του 19ου και στις αρχές του 20ού αιώνα. Βασισμένα στη φιλοσοφία κινήματα, ιδίως στη Γερμανία, αντιτάχθηκαν στην άνοδο της εκβιομηχάνισης. Η Freikörperkultur (κουλτούρα του ελεύθερου σώματος) αντιπροσώπευε την επιστροφή στη φύση και την εξάλειψη της ντροπής.
Στη δεκαετία του 1960 ο γυμνισμός μετατράπηκε από μια μικρή υποκουλτούρα σε μέρος μιας γενικής απόρριψης των περιορισμών στο σώμα. Οι γυναίκες διεκδίκησαν εκ νέου το δικαίωμα να αποκαλύπτουν το στήθος τους δημοσίως, κάτι που αποτελούσε τον κανόνα μέχρι τον 17ο αιώνα.
Η τάση αυτή συνεχίστηκε σε μεγάλο μέρος της Ευρώπης, με τη δημιουργία πολλών χώρων όπου οι άνθρωποι μπορούσαν να κυκλοφορούν χωρίς ρούχα σε πάρκα και παραλίες. Μέσα από όλες τις ιστορικές αλλαγές στις ανεπτυγμένες χώρες, οι πολιτισμοί στα τροπικά κλίματα της υποσαχάριας Αφρικής και του τροπικού δάσους του Αμαζονίου συνέχισαν τις παραδοσιακές τους πρακτικές, όντας μερικώς ή εντελώς γυμνοί κατά τη διάρκεια καθημερινών δραστηριοτήτων.

Διαβασε ακομα
Γιατί χάθηκε το ενδιαφέρον για γυμνισμό;Το κίνημα του γυμνισμού άρχισε να παίρνει διαστάσεις στην Ευρώπη, με την πρώτη οργανωμένη λέσχη γυμνιστών να ιδρύεται το 1903, κοντά στο Αμβούργο. Ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος έβαλε ένα «φρένο» στην εξάπλωσή του, αλλά μετά το τέλος του και ιδιαίτερα κατά τη δεκαετία του 1920, το κίνημα του γυμνισμoύ γνώρισε ιδιαίτερη άνθιση, κυρίως στη Γερμανία, μέχρι την εμφάνιση του Αδόλφου Χίτλερ, οπότε και οι γυμνιστές τέθηκαν υπό διωγμό.
Στις ΗΠΑ το 1930 πήρε μορφή ο κοινωνικός γυμνισμός, με τη δημιουργία ιδιωτικών κλαμπ και κατασκηνώσεων, αλλά και με την ίδρυση της πρώτης αποικίας γυμνιστών. Λίγο αργότερα, με το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, ο γυμνισμός πήρε διαστάσεις κοινωνικού κινήματος, με πρωταγωνιστές τους νέους.
Στην Ελλάδα, ο γυμνισμός έκανε την εμφάνισή του στον Μεσοπόλεμο, με τους οπαδούς του μάλιστα να εκδίδουν και το περιοδικό «ΦΛΕΡΤ» (Φυσιολατρική Λογοτεχνική Επιθεώρηση Ριζοσπαστικών Τάσεων).
Μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, η Ελλάδα άρχισε να ελκύει γυμνιστές τουρίστες, οι οποίοι ωστόσο βρίσκονταν αντιμέτωποι με αντιδράσεις, αναφορικά με τις παραλίες όπου μπορούσαν να ασκήσουν τον γυμνισμό ελεύθερα.
Οι γυμνιστές πιστεύουν ότι το γυμνό ανθρώπινο σώμα πρέπει να είναι αποδεκτό, να είναι σεβαστό και να το χαιρόμαστε. Πιστεύουν ότι η θέα του γυμνού σώματος δεν είναι ντροπή, δεν διαφθείρει, δεν είναι υποτιμητική ή επικίνδυνη. Δεν θεωρούν ότι η συνεύρεση γυμνών ανθρώπων είναι κάτι ανήθικο ή σεξουαλικό. Πιστεύουν ότι η γύμνια είναι μία υγιής φυσική κατάσταση, ότι η γύμνια είναι η πιο αγνή μας κατάσταση μια και έχουμε γεννηθεί γυμνοί.
Το μοντέρνο κίνημα του γυμνισμού είναι μια αναβίωση αρχαίων εθίμων που ήταν κυρίαρχα σε μεγάλο μέρος του κόσμου. Ακόμα και οι Εσκιμώοι πήγαιναν γυμνοί στα ιγκλού τους. Την σημερινή εποχή μόνο μερικές απομονωμένες φυλές συνεχίζουν την πρακτική της γύμνιας με λίγα ή ακόμα και καθόλου ρούχα. Υπάρχουν τέτοιες κοινότητες στον Αμαζόνιο, στην υποσαχάρια Αφρική και στη Νέα Γουινέα.
Ο γυμνισμός δεν πρέπει να συγχέεται με την επιθυμία κάποιου να δει άλλους γυμνούς για σεξουαλικούς λόγους (ηδονοβλεψίας) ή με την επιθυμία κάποιου να τον δουν γυμνό για σεξουαλικούς λόγους (επιδειξίας).
Πολλοί άνθρωποι πιστεύουν ότι με το να είναι γυμνοί γίνονται πιο αποδεκτοί από τους άλλους για αυτό που είναι, τόσο σωματικά όσο πνευματικά και συναισθηματικά. Χωρίς ρούχα η κοινωνική τάξη του καθενός δεν είναι άμεσα ορατή.
Αν και η δημόσια γύμνια διαφόρων βαθμών έγινε όλο και πιο συνηθισμένη στο δεύτερο μέρος του 20ού αιώνα, ο γυμνισμός δεν είναι ακόμη ευρέως αποδεκτός.
Με πληροφορίες από Wikipedia, Britannica

Ακολουθήστε το pride.gr στο Google News και ενημερωθείτε πρώτοι