Μεγέθυνση κειμένου
Ο ελληνογάλλος δημιουργός μιλάει στο Pride.gr για την ταινία του "Echoes", τις Κάννες, τον «υπόγειο» κόσμο που ζωγράφισε στο χέρι και για την «απελευθερωτική σιωπή»
Είδαμε μια ταινία, της οποίας κάθε καρέ είναι και ένα έργο τέχνης που δεν είναι άλλη από το animation μικρού μήκους “Echoes” του ελληνογάλλου καλλιτέχνη Robinson Drossos, η οποία επιλέχθηκε και εκπροσωπήθηκε στο φετινό Φεστιβάλ Κινηματογράφου των Καννών.
Ζωγραφισμένο στο χέρι και ντυμένο με μουσική του ίδιου, το έργο ταξιδεύει σε έναν κόσμο που μοιάζει με αστική ψυχεδέλεια, σε μία κατάσταση από την οποία πολλές φορές προσπαθούμε να ξεφύγουμε.
Άσπρο και μαύρο, εστιασμένο στη λεπτομέρεια, μια ιστορία χαραγμένη από την αρχή μέχρι το τέλος από ανθρώπινο χέρι, εκείνο του Robinson, το οποίο θέλησε να σκιαγραφήσει μια «περιπέτεια στα έγκατα ενός ταραγμένου κόσμου».
Σκιές, λάμψεις, γραμμές και σχήματα πάλλονται στον ρυθμό της μουσικής που συνέθεσε ο καλλιτέχνης, σκηνικά που θυμίζουν πραγματικότητα αλλά ξαφνικά «βαφτίζονται» στο ανεξερεύνητο. Και σε κάνουν να αναρωτιέσαι πόση αλήθεια κρύβουν.
Μια ταινία με την υπογραφή του δημιουργού της, από την αρχή μέχρι το τέλος, μια ιστορία υλική όσο και φαντασιακή, ένας ήχος που μπερδεύει τη βιωμένη εμπειρία με την πλάνη και μια ανείπωτη κραυγή, σιωπηλή και ανύπαρκτη που εκπροσωπεί κάθε «ηχώ» που ακούγεται εκεί έξω.
Ένα έργο βαθύ και περίπλοκο που αντανακλά τον δημιουργό του που είχαμε την τύχη να παρακολουθήσουμε. Κάπως έτσι γνωρίσαμε τον Robinson Drossos και αυτή η συνέντευξη είναι αφιερωμένη σ’ εκείνον, στον κόσμο που ζωγραφίζει στο χαρτί και στα χρώματα που ανακαλύπτει με τη μουσική που συνθέτει.
Λίγα λόγια για τον δημιουργό
Γεννημένος το 1996 στο Παρίσι από Έλληνα πατέρα και Γαλλίδα μητέρα, ο Robinson αποκτά ενδιαφέρον από μικρή ηλικία για το σχέδιο και τις εικαστικές τέχνες. «Πέρασα το μεγαλύτερο μέρος της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης ζωγραφίζοντας στο τετράδιό μου στο πίσω μέρος της τάξης», μας εκμυστηρεύεται.
Γρήγορα ανέπτυξε πάθος για τη μουσική, για τη σύνθεση ειδικότερα, αρχικά στο πιάνο και αργότερα σε άλλα όργανα. Συμμετείχε σε πολλά συγκροτήματα διαφόρων ειδών μουσικής, πριν καταλήξει σε ένα σόλο μουσικό πρότζεκτ για το οποίο εργάζεται τα τελευταία τέσσερα χρόνια. «Πάντα ήμουν διχασμένος μεταξύ μουσικής και εικόνας, και όταν έφτασα στην École des Arts Décoratifs de Paris το 2017 στράφηκα στο animation, με σκοπό να συνδυάσω τα δυο μου πάθη».
Η εξερεύνηση της σχέσης μεταξύ ήχου και κίνησης ξεκίνησε εκεί για τον Robinson, ο οποίος ξεκίνησε ένα σχετικό πρότζεκτ. «Ταυτόχρονα, βυθίστηκα σε διάφορους παριζιάνικους underground κύκλους που ενέπνευσαν και τροφοδότησαν την δουλειά μου», μας λέει ο καλλιτέχνης για να συνεχίσει: «Στη σχολή είχα την τύχη να εισαχθώ σε διάφορες τεχνικές animation όπως το stop motion, κινουμένων σχεδίων με μπογιά κ.λπ. και κυρίως μας ενθάρρυναν να πειραματιστούμε με διαφορετικές τεχνικές και μορφές αφήγησης».

«Για την πτυχιακή μου εργασία, σκηνοθέτησα και έφτιαξα τα κινούμενα σχέδια στην πρώτη μου ταινία, Echoes, μια ταινία μικρού μήκους 7 λεπτών σε παραδοσιακό animation με μολύβι σε χαρτί, για την οποία συνέθεσα τη μουσική και έκανα το sound design. Η ταινία ολοκληρώθηκε τον Ιανουάριο του 2024 και αποτελεί μια συγκέντρωση αυτού που με παθιάζει, τόσο όσον αφορά τις τεχνικές που χρησιμοποιήθηκαν όσο και τα θέματα που διερευνήθηκαν. Συνδυάζει τα πάθη μου για το σχέδιο και τον ήχο, καθώς και θέματα που με ελκύουν, όπως η εξερεύνηση και η κατάδυση στο άγνωστο».
Γυρίζοντας από τις Κάννες
Γεμάτος εικόνες, εμπειρίες και καλλιτεχνικά εφόδια επέστρεψε από τις Κάννες ο Robinson Drossos, όπου συμμετείχε με την ταινία “Echoes”.
Όταν έφτιαχνε την ταινία του δεν φανταζόταν πως θα την εκπροσωπούσε στο κινηματογραφικό Φεστιβάλ των Καννών, «λόγω του ότι η ταινία γυρίστηκε στο πλαίσιο του πτυχίου μου, το οποίο είναι ένα αρκετά ιδιαίτερο πλαίσιο, όταν την έκανα δεν είχα καμία απολύτως ιδέα για την απήχησή της μόλις θα τελείωνε, είτε σε φεστιβάλ είτε αλλού».
Περιγράφοντας μια «απίστευτη» εμπειρία στις Κάννες, ο Robinson περιγράφει πως «το γεγονός ότι οι επιλογές των Καννών αποτελούνται κυρίως από ταινίες ζωντανής δράσης (live action), με κάνει να αισθάνομαι τυχερός που επιλέχθηκα να συμμετάσχω, και πόσο μάλλον με μια ταινία κινουμένων σχεδίων».
«Μόλις έφτασα στις Κάννες, εντυπωσιάστηκα πρώτα από την ποιότητα των ταινιών της κατηγορίας μου (Cinef). Σεναριακά ήταν επαγγελματικές και υψηλού επιπέδου και εντυπωσιακές από τεχνικής πλευρά».

Βλέποντας την καταπληκτική δουλειά των συναδέλφων του στις Κάννες, ο Robinson παρακινείται να συνεχίσει τα δικά του πρότζεκτ και να ξεπεράσει τον εαυτό του «ακόμη περισσότερο», όπως χαρακτηριστικά δηλώνει, για τις επόμενες μικρού και μεγάλου μήκους ταινίες του.
Αν κάτι όμως κράτησε περισσότερο από την εμπειρία των Καννών, αυτό ήταν οι άνθρωποι που συνάντησε. «Γνώρισα υπέροχους και πολύ ταλαντούχους ανθρώπους από περισσότερες από δεκαπέντε διαφορετικές χώρες. Και έχω την εντύπωση ότι η Cinef έχει το τεράστιο πλεονέκτημα να μας ενθαρρύνει να γνωριστούμε μεταξύ μας και να δημιουργήσουμε δεσμούς, είτε μεταξύ σκηνοθετών είτε μεταξύ κινηματογραφικών συνεργείων».
Μια ταινία έργο τέχνης
Δεν θα κουραστούμε να το λέμε: ο Robinson Drossos ζωγράφισε κάθε μικρή λεπτομέρεια, κάθε σκηνή, κάθε σκιά, κάθε λήψη, κάθε εναλλαγή, κάθε σκηνή και καρέ με τα ίδια του τα χέρια. Αλήθεια, πόσο καιρό του πήρε όλο αυτό;
«Ενάμιση χρόνο», απαντά και μας λύνει την απορία, «συμπεριλαμβανομένου του σεναρίου, του storyboarding, του animation, του ήχου, της μίξης κ.λπ». «Ήταν πράγματι πολύς χρόνος, αλλά το animation γενικά είναι ένας τομέας που απαιτεί από μόνος του πολλή υπομονή. Η διαδικασία παραγωγής που επέλεξα ήταν μάλλον ασυνήθιστη και επίσης δεν έκανε το έργο μου ευκολότερο», εξηγεί.
Αφού έγραψε το σενάριο, ύστερα το storyboard και τα animatics (δηλαδή ένα πιο λεπτομερές storyboard πριν ξεκινήσει το animation), ο δημιουργός σχεδίασε όλα τα σκηνικά με μολύβι σε χαρτί. «Στη συνέχεια σχεδίασα τον χαρακτήρα της ταινίας με ταμπλετ σχεδιασμου ψηφιακά. Και τέλος, ξανασχεδίασα κάθε εικόνα του χαρακτήρα με μολύβι, σε χαρτί, επειδή ήθελα να έχω την υφή του χαρτιού καθώς και τις ατέλειες του μολυβιού, οι οποίες τείνουν να χάνονται με το ψηφιακό animation. Μόλις ολοκληρώθηκαν όλα αυτά τα στάδια, σάρωσα και φωτογράφισα κάθε σχεδιασμένη εικόνα και στη συνέχεια τις συναρμολόγησα στον υπολογιστη για να δημιουργήσω την κίνηση», περιγράφει ο δημιουργός.
Ο ίδιος δηλώνει πως είναι φανερά επηρεασμένος από την κουλτούρα του γκράφιτι στο Παρίσι, στην οποία «βυθίστηκε» για σχεδόν δέκα χρόνια. «Καθώς το γκράφιτι είναι ένας κλάδος που συνδέεται στενά με την αστική εξερεύνηση, μέσω αυτού του μέσου μπόρεσα να ανακαλύψω και να εξερευνήσω μέρη που μερικές φορές ήταν πιο φανταστικά από αυτά που απεικονίζονται στην ταινία. Όπως διάφορα υπόγεια περάσματα του Παρισιού, εγκαταλελειμμένα κτίρια, υπόγειες σήραγγες κ.λπ. Αρκετές στιγμές της ταινίας είναι άμεσα εμπνευσμένες από στιγμές που έχω βιώσει ή μέρη που έχω δει, τα οποία στη συνέχεια τροποποίησα ή υπερέβαλα για να ταιριάζουν στην ιστορία. Άλλες είναι εντελώς επινοημένες για να υποστηρίξουν το μήνυμα της ταινίας».

«Το γεγονός ότι κάθε εικόνα στην ταινία είναι σχεδιασμένη με το χέρι την καθιστά ένα μοναδικό αντικείμενο», προσθέτει ο Robinson, «είτε πρόκειται για την υφή του χαρτιού, είτε για την ταλάντωση της γραμμής του μολυβιού και το σχεδιασμό».
«Υπάρχει κάτι μαγικό στο παραδοσιακό animation που είναι δύσκολο να περιγραφεί. Πραγματικά το σχέδιο ζωντανεύει σε ένα φύλλο χαρτί», αναφέρει σε σχέση με την τεχνική του, η οποία «δίνει στην ταινία μια πιο ζωντανή και ίσως πιο ανθρώπινη πτυχή. Το αποτύπωμα του μολυβιού είναι σκόπιμα τραχύ και ακατέργαστο, όπως και το περιεχόμενο της ιστορίας. Για παράδειγμα στην σκηνή του τέλους γίνεται μια έκρηξη εικόνων και ήχου, που είναι εντελώς αφηρημένη, η οποία εμφανίζεται σαν πυροτεχνήματα στη μέση της νύχτας. Μια ψηφιακή τεχνική δεν θα είχε το επιθυμητό αποτέλεσμα».
Ο Robinson μιλάει δύο καλλιτεχνικές γλώσσες
Ο δημιουργός της ταινίας “Echoes” μιλάει δύο καλλιτεχνικές γλώσσες: Εκείνη της μουσικής κι εκείνη των εικαστικών τεχνών. Τις ένωσε και έκανε θαύματα, περιγράφοντάς μας πώς λειτούργησε αυτή η συνύπαρξη των δύο.
«Συνέθεσα πρώτα τη μουσική και τη χρησιμοποίησα ως βάση για να γράψω την ιστορία. Αλλά μόλις άρχισαν να εμφανίζονται οι εικόνες, επεξεργάστηκε τη μουσική για να την προσαρμόσω στην εικόνα, χωροθετώντας την ανάλογα με τους χώρους από τους οποίους περνάει ο χαρακτήρας ή οι κινήσεις της κάμερας».
«Πηγαινοερχόμουν συνεχώς μεταξύ του ήχου και της εικόνας, με την ιδέα να προσπαθήσω να επιτύχω μια τέλεια συμβίωση μεταξύ των δύο στοιχείων», συμπληρώνει ο Robinson.
Όταν δημιουργούσε την ταινία, λέει, έβλεπε τη μουσική και την εικόνα ως δύο άξονες που τέμνονται: «Από τη μία πλευρά η εικόνα ξεκινάει πολύ ρεαλιστικά και καταλήγει τελείως αφηρημένη με μια πολύ τραχιά γραμμή. Από την άλλη πλευρά, η μουσική και ο ήχος γενικότερα, στην αρχή πνίγονται από τη βουή της πόλης και σταδιακά γίνονται πιο ξεκάθαρα, μέχρι που στο τέλος ο ήχος είναι κρυστάλλινος».
Δύο κόσμοι κινούνται ταυτόχρονα
Ο χαρακτήρας του Robinson κινείται στην πόλη, μέσα στα αυτοκίνητα και τη φασαρία. Από όλους αυτούς τους ήχους, φαίνεται να ξεχωρίζει τον ήχο της σταγόνας, τον οποίον ακολουθεί. Τότε βρίσκεται κάτω από τη γη.
«Η αναζήτηση του ήρωα της ταινίας είναι στην πραγματικότητα ένα συμβολικό και μυητικό ταξίδι. Αν και εδώ χαρακτηρίζεται ακριβώς από ένα είδος αναζήτησης του ήχου, νομίζω ότι η ιστορία μπορεί να μεταφερθεί και σε άλλα είδη θεμάτων», σημειώνει ο δημιουργός και υπογραμμίζει το αίνιγμα της ιστορίας:
«Μου αρέσει η ιδέα ενός στοιχείου αινίγματος σε αυτή την ιστορία, καθώς και το ανοιχτό τέλος, το οποίο επιτρέπει στον θεατή μια πιο προσωπική ανάγνωση μέσα από το δικό του πρίσμα. Έτσι, δεν θέλω να καθορίσω τη μοίρα του χαρακτήρα πολύ ξεκάθαρα, προτιμώντας να αφήσω κάποια αμφιβολία ως προς την προέλευση του ήχου και το τι συμβαίνει στον χαρακτήρα στο τέλος της ταινίας κ.λ.π.».
Όσον αφορά στον υπόγειο και τον επίγειο κόσμο, ο καλλιτέχνης περιγράφει πως «μου άρεσε η αντίθεση των υπόγειων περιβαλλόντων, που θα περίμενε κανείς να είναι τρομακτικά, και στη συνέχεια να καταλήγουν σε κάτι τελείως διαφορετικό, δηλαδή σε μια ήρεμη ατμόσφαιρα και μια θετική, καθαρή μουσική στο τέλος».

Και ενώ, όπως μας λέει, όλα όσα απεικονίζονται στην ταινία του είναι απλώς συμβολικά, «η διαφορά μεταξύ του επίγειου και του υπόγειου κόσμου υπάρχει πραγματικά. Το Παρίσι μπορεί να είναι μια πολύ θορυβώδης πόλη, και η αντίθεση με τη σιωπή που επικρατεί στο υπέδαφος μπορεί να είναι ανησυχητική κατά την πρώτη σας εξερεύνηση. Αλλά στη συνέχεια, αυτή η σιωπή μπορεί να είναι απελευθερωτική».

Ακολουθήστε το pride.gr στο Google News και ενημερωθείτε πρώτοι