icon zoom-in

Μεγέθυνση κειμένου

Α Α Α

36 χρόνια μετά, αυτή η συνέχεια της κλασικής υπερφυσικής κωμωδίας του σκηνοθέτη είναι μια χαρούμενη φάρσα γεμάτη με απίθανες ατάκες και υπέροχα πρακτικά εφέ

Ο Betelgeuse επέστρεψε από τους νεκρούς. Ή μάλλον, ο Betelgeuse είναι ακόμα νεκρός, αλλά επέστρεψε, όπως και να ‘χει. Έχουν περάσει 36 χρόνια από τότε που ο Tim Burton με το Beetlejuice παρουσίασε τον χαρακτήρα, ένα δαιμονικό κάθαρμα που υποδύεται ο Michael Keaton, αλλά το Χόλιγουντ είναι το Χόλιγουντ, κανένα πνευματικό αγαθό δεν επιτρέπεται να αναπαύεται εν ειρήνη για πάντα.

Έτσι, τώρα ο Burton σκηνοθέτησε μια συνέχεια του θρυλικού σκαθαροζούμη, το Beetlejuice Beetlejuice, το οποίο ήταν η ταινία έναρξης στο φετινό Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Βενετίας.

Μεταξύ των πρώτων που την παρακολούθησαν ήταν και ο Nicholas Barber του BBC, ο οποίος ομολογεί ότι δεν είχε μεγάλες προσδοκίες- άλλωστε, την τελευταία φορά που μια υπερφυσική κωμωδία της δεκαετίας του 1980 απέκτησε sequel μετά από αναμονή πολλών δεκαετιών, το απογοητευτικό αποτέλεσμα ήταν το Ghostbusters: Afterlife, όπως εξηγεί.

Είναι λοιπόν ανακούφιση σημειώνει ο ίδιος στην κριτική του, ότι το Beetlejuice Beetlejuice μοιάζει περισσότερο με ένα πιο φρικιαστικό, πιο άγριο και πιο γλοιώδες ισοδύναμο του Top Gun: Maverick.

Δηλαδή, είναι ένα sequel που ήρθε μετά από 36 χρόνια, αποτίει έξυπνο και στοργικό φόρο τιμής στον προκάτοχό του, αλλά ξεπερνάει αυτόν τον προκάτοχό του σχεδόν από κάθε άποψη.

Βέβαια, είναι βολικό ότι ο Keaton ήταν καλυμμένος με μακιγιάζ πτώματος στην πρώτη ταινία, οπότε ο Betelgeuse του μπορεί να μοιάζει σχεδόν το ίδιο σήμερα με το 1988.

Η ωραιότερη έκπληξη είναι ότι το Beetlejuice Beetlejuice είναι αυτό το σπάνιο πράγμα, μια κωμωδία μεγάλου budget που είναι πραγματικά αστεία. Το σενάριο του Alfred Gough και του Miles Millar είναι γεμάτο με απίστευτες ατάκες, και τα οπτικά gags του Burton καταφέρνουν να είναι ξεκαρδιστικά ακόμα και όταν ξεπερνούν τα όρια του πόσο εκκεντρικό και μακάβριο μπορεί να είναι ένα χολιγουντιανό blockbuster.

Ένα βασικό σημείο είναι ότι αντί να βασίζεται σε CGI, χρησιμοποιεί πρακτικά εφέ όπως μαριονέτες, προσθετικά και κουβάδες γλίτσας, τα οποία κάνουν τα αστεία πιο διασκεδαστικά, αλλά και πιο αηδιαστικά.

Το μόνο ελάττωμα της ταινίας είναι ότι έχει υπερβολικά πολλές πλοκές, οι οποίες της δίνουν μια παρατεταμένη μέση και ένα βιαστικό και ακατάστατο φινάλε: Όπως και στο αρχικό Beetlejuice, θα μπορούσε να αφιερώσει περισσότερο χρόνο στον Betelgeuse.

Ο ταραξίας του Keaton, έχει τώρα μια δουλειά γραφείου στον υπόκοσμο, μια εφιαλτική γραφειοκρατία που κατοικείται από χαμένες ψυχές με μια ποικιλία από ευφάνταστα φρικιαστικούς ακρωτηριασμούς.

Αλλά εξακολουθεί να νοσταλγεί τη Lydia Deetz (Winona Ryder), την δυσαρεστημένη έφηβη goth που προσπάθησε να παντρευτεί στην πρώτη ταινία. Η Lydia είναι τώρα μέντιουμ που παρουσιάζει μια τηλεοπτική εκπομπή που παράγει ο υπέροχα εγωκεντρικός φίλος της (Justin Theroux). Έχει επίσης μια δική της δυσαρεστημένη έφηβη, την Astrid (Jenna Ortega), η οποία ντρέπεται με αυτό που υποθέτει ότι είναι οι απατηλοί ισχυρισμοί της μητέρας της ότι βλέπει νεκρούς ανθρώπους.

Και η Lydia εξακολουθεί να μην τα πηγαίνει καλά με τη μητριά της, την Delia (Catherine O’Hara), μια κραυγαλέα ναρκισσιστική καλλιτέχνιδα που κάνει τον χαρακτήρα της O’Hara στο Schitt’s Creek να φαίνεται ντροπαλός και συνεσταλμένος συγκριτικά.

Όπως στο Top Gun: Maverick, το μεγάλο κενό μεταξύ της παλιάς και της νέας ταινίας αποδεικνύεται ευεργετικό. Αντί να μοιάζει με επαναφορά, το Beetlejuice Beetlejuice στέκεται ως κωμωδία με τη δική της ιστορία και τις δικές της ανησυχίες. Μπορεί να είναι αρκετά συγκινητική σχετικά με τις δυσκολίες του να γερνάς, του να είσαι γονιός και να αντιμετωπίζεις το πένθος. Αλλά μετά πάντα επιστρέφει και πάλι στη μακάβρια και καρτουνίστικη ανοησία.

Η ιδέα είναι ότι οι διάφοροι Deetzes συναντιούνται όταν ο πατέρας της Lydia σκοτώνεται: Ο ηθοποιός που τον υποδύθηκε, ο Jeffrey Jones, βρίσκεται πλέον αντιμέτωπος με κατηγορίες για σεξουαλική παρενόχληση, πράγμα που πιθανότατα εξηγεί γιατί δεν τον κάλεσαν να επιστρέψει.

Όταν η οικογένεια συγκεντρώνεται στο στοιχειωμένο σπίτι όπου ο Betelgeuse εισέβαλε από την άλλη πλευρά πριν από τόσα χρόνια, δεν υπάρχει κανένα ίχνος από τα φαντάσματα που υποδύθηκαν ο Alec Baldwin και η Geena Davis στην αρχική ταινία («Πόσο βολικό», λέει η Astrid όταν η Lydia δικαιολογεί γιατί δεν είναι πλέον εδώ).

Αλλά το Beetlejuice Beetlejuice εξακολουθεί να τρίζει υπό το βάρος όλων των χαρακτήρων του. Η Astrid αποκτά ερωτικό ενδιαφέρον (Arthur Conti), ο Betelgeuse καταδιώκεται από την εκδικητική, σαν την Morticia Addams, πρώην σύζυγό του (Monica Bellucci) και ο Willem Dafoe υποδύεται έναν ματαιόδοξο πρώην ηθοποιό που εργάζεται ως ντετέκτιβ στη μετά θάνατον ζωή, επειδή αυτό έπαιζε στις ταινίες. Δεν είναι να απορεί κανείς που οι σεναριογράφοι δεν μπορούν να παρακολουθήσουν όλα όσα συμβαίνουν.

Όσο δυσκίνητο κι αν είναι το Beetlejuice Beetlejuice, όμως, αυτή η χαρούμενα τρελή φάρσα εξακολουθεί να είναι μια από τις πιο απολαυστικές ταινίες του Burton, και μια ευπρόσδεκτη επιστροφή στο δικό του brand της αλλόκοτης ανατριχίλας μετά την αποτυχία της Disney που ήταν το live-action remake του Dumbo το 2019.

Ξαναβρίσκει μερικούς παλιούς φίλους μπροστά και πίσω από την κάμερα, και πετάει μερικά μουσικά νούμερα, τμήματα κινουμένων σχεδίων και ιταλικών ταινιών, οπότε καταλαβαίνεις ότι διασκέδαζε πολύ όταν την έφτιαχνε. Και οι θεατές θα διασκεδάσουν επίσης.

Με πληροφορίες από BBC