icon zoom-in

Μεγέθυνση κειμένου

Α Α Α

Πόσες αυξήσεις στους ένστολους αναλογούν σε μια ανθρώπινη ζωή;

Κάποιες ιστορίες είναι τόσο τραγικές που σε αναγκάζουν να ξεκινήσεις από το τέλος τους. Είναι οι ίδιες ιστορίες που η «κακιά στιγμή» δεν απαλύνει τη δραματικότητα γιατί αυτή τείνει να γίνει η δραματική καθημερινότητα. Θα απασχολήσουν μάλιστα ελάχιστα τη δημόσια σφαίρα, αφού έχεις συμβιβαστεί με το «συμβαίνουν αυτά στην Ελλάδα» και θα ξεχαστούν μέχρι την επόμενη φορά.

Μόνο που ξέρεις καλά ότι αυτή δεν πρόκειται να αργήσει και είναι ακριβώς αυτό που επιτείνει την αίσθηση της τραγωδίας.

Το φλέγον ζήτημα που απασχόλησε τα μέσα ενημέρωσης και τον δημόσιο διάλογο τις προηγούμενες ημέρες ήταν οι γενναίες αυξήσεις σε αξιωματικούς και υπαξιωματικούς των Ενόπλων Δυνάμεων που ανήγγειλε η κυβέρνηση, με κάποιους υπουργούς να ζητούν την επέκτασή τους στους υπόλοιπους ένστολους, οι οποίοι έμειναν με το παράπονο.

Τις ίδιες ημέρες ωστόσο θα γραφόταν με μελανά γράμματα στην ιστορία της δημόσιας Υγείας ακόμα μία τραγωδία. Ούτε ενενήντα χιλιόμετρα μακριά από την πρωτεύουσα, ένας συνάνθρωπός μας θα άφηνε την τελευταία του πνοή σε κάποιο πεζοδρόμιο της Θήβας, μετά από ένα λιποθυμικό επεισόδιο. Κείτονταν εκεί για μισή ώρα, καθώς το ασθενοφόρο που είχε κληθεί να τον μεταφέρει στο νοσοκομείο, μετά από σύσταση περαστικού ιδιώτη γιατρού, βρισκόταν στη Λιβαδειά.

Παράλληλα, στο αστυνομικό τμήμα δεν υπήρχε διαθέσιμος αστυνομικός να βοηθήσει στη μεταφορά του στο νοσοκομείο, με αποτέλεσμα να ξεψυχήσει στη βροχή και τα συγγενικά του πρόσωπα να χρειάζονται πλέον νεκροφόρα και όχι ασθενοφόρο, για να παραλάβει το σκεπασμένο με μια κουβέρτα πτώμα του από το υγρό πεζοδρόμιο.

Το όνομα του 63χρονου προστέθηκε έτσι στη μακρά λίστα με όσους έχουν χάσει τη ζωή τους στη χώρα μας, όχι λόγω ατυχίας ή κακιάς στιγμής, αλλά επειδή δεν υπήρχε διαθέσιμο ένα ασθενοφόρο ή ένας γιατρός.

Το μόνο κοινό στοιχείο που έχουν αυτές οι δύο ιστορίες είναι ο χρόνος. Από τη μία ο πολύβουος κρότος για τις αυξήσεις των μισθών στους ένστολους και από την άλλη η σιωπή για έναν άνθρωπο που πέθανε αβοήθητος στο πεζοδρόμιο. Μόνο που αυτή η σιωπή είναι εκκωφαντική και μαρτυρά την κατάπτυστη νοοτροπία, η οποία θέτει τις προτεραιότητές μας ως χώρα.

Τα δύο αυτά γεγονότα δεν είναι συγκρίσιμα γιατί δεν θα μπορούσαν ποτέ να είναι. Γιατί τίποτα δεν συγκρίνεται με την αξία της ανθρώπινης ζωής, ωστόσο κάποιοι φαίνεται πως την υποτίμησαν δίπλα στις αυξήσεις των ένστολων, όσο και οι υπεύθυνοι της τραγωδίας.

Αλήθεια όμως, πόσες αυξήσεις στους ένστολους αναλογούν σε μια ανθρώπινη ζωή;

Ενώ αδυνατείς να καταπιείς ότι στην Ελλάδα του 2025 ένας άνθρωπος πεθαίνει στο πεζοδρόμιο επειδή δεν υπήρχε διαθέσιμο ασθενοφόρο, την ίδια ώρα μας απασχολούν ανερυθρίαστα οι αυξήσεις στους ένστολους. Να την πάρουν την αύξηση οι ένστολοι και όλοι οι εργαζόμενοι, αλλά πού έχουμε καταντήσει ως άνθρωποι να μας ενδιαφέρουν πάνω κι από το υπέρτατο αγαθό οι κομματικές επενδύσεις μιας κυβέρνησης για εκλογικό όφελος;

Ποια στιγμή ακριβώς αφήσαμε να εξατμιστεί και η τελευταία φυσαλίδα ανθρωπιάς μέσα μας;

Δεν θα έπρεπε να έχουμε λύσει πρώτα το ζήτημα της δημόσιας Υγείας και μετά να κλείσουμε το μάτι σε εν δυνάμει αυριανούς ψηφοφόρους; Και γιατί όλοι εμείς να το περάσουμε αυτό τόσο επιδερμικά, αγνοώντας επιδεικτικά πως την επόμενη φορά μπορεί να είμαστε εμείς το θύμα;

Όταν ωστόσο έχουμε συμβιβαστεί με το αδιανόητο και δεν διεκδικούμε αυτονόητα δικαιώματα όπως η στοιχειώδης υγεία, όταν έχουμε συνηθίσει ανθρώπους να χάνονται τόσο ευτελώς δίπλα μας «γιατί συμβαίνουν αυτά», τόσο θα δολοφονούμε ως κοινωνία λίγο λίγο την ελπίδα για έναν καλύτερο κόσμο. Έναν κόσμο που δεν θα πεθαίνουν αβοήθητοι άνθρωποι στα πεζοδρόμια. Δεν ζητάμε, δα, και κάτι τόσο τραγικό…