Το αμφιλεγόμενο πείραμα της φυλακής του Στάνφορντ είχε σκοπό να εξετάσει τις ψυχολογικές επιπτώσεις της εξουσίας και της αδυναμίας σε ένα περιβάλλον σωφρονισμού. Το πείραμα, αν και είχε προγραμματιστεί να διαρκέσει μία με δύο εβδομάδες, χρειάστηκε τελικά να τερματιστεί μόλις την έκτη ημέρα
Τι πραγματικά μας δίδαξε το πείραμα της φυλακής του Στάνφορντ
Το αμφιλεγόμενο πείραμα της φυλακής του Στάνφορντ είχε σκοπό να εξετάσει τις ψυχολογικές επιπτώσεις της εξουσίας και της αδυναμίας σε ένα περιβάλλον σωφρονισμού. Το πείραμα, αν και είχε προγραμματιστεί να διαρκέσει μία με δύο εβδομάδες, χρειάστηκε τελικά να τερματιστεί μόλις την έκτη ημέρα
Το αμφιλεγόμενο πείραμα της φυλακής του Στάνφορντ είχε σκοπό να εξετάσει τις ψυχολογικές επιπτώσεις της εξουσίας και της αδυναμίας σε ένα περιβάλλον σωφρονισμού. Το πείραμα, αν και είχε προγραμματιστεί να διαρκέσει μία με δύο εβδομάδες, χρειάστηκε τελικά να τερματιστεί μόλις την έκτη ημέρα
Το αμφιλεγόμενο πείραμα της φυλακής του Στάνφορντ είχε σκοπό να εξετάσει τις ψυχολογικές επιπτώσεις της εξουσίας και της αδυναμίας σε ένα περιβάλλον σωφρονισμού. Το πείραμα, αν και είχε προγραμματιστεί να διαρκέσει μία με δύο εβδομάδες, χρειάστηκε τελικά να τερματιστεί μόλις την έκτη ημέρα
Το πρωί της 17ης Αυγούστου 1971, εννέα νεαροί άνδρες στην περιοχή του Πάλο Άλτο στην Καλιφόρνια των ΗΠΑ δέχτηκαν επισκέψεις από τοπικούς αστυνομικούς.
Ενώ οι γείτονές τους παρακολουθούσαν, οι άνδρες συνελήφθησαν για παράβαση των ποινικών κωδίκων 211 και 459 (ένοπλη ληστεία και διάρρηξη), τους έψαξαν, τους πέρασαν χειροπέδες και τους οδήγησαν στο πίσω μέρος ενός περιπολικού που τους περίμενε.
Τα αυτοκίνητα τους μετέφεραν σε ένα αστυνομικό τμήμα του Πάλο Άλτο, όπου οι άνδρες συνελήφθησαν, τούς πήραν δακτυλικά αποτυπώματα, τούς μετέφεραν σε ένα κελί κράτησης και τους έδεσαν τα μάτια.
Τέλος, μεταφέρθηκαν στις φυλακές της κομητείας του Στάνφορντ – γνωστές και ως τμήμα ψυχολογίας του Πανεπιστημίου του Στάνφορντ.
Οι συλληφθέντες συμμετείχαν πρόθυμα στο πείραμα των φυλακών του Στάνφορντ, μια από τις πιο αμφιλεγόμενες μελέτες στην ιστορία της κοινωνικής ψυχολογίας.
Το πείραμα των φυλακών του Στάνφορντ είναι και το θέμα της ομώνυμης δραματικής ταινίας με τον Μπίλι Κράνταπ, του «Almost Famous», στο ρόλο του επικεφαλής ερευνητή, Φίλιπ Ζιμπάρντο.
Τα υποκείμενα της μελέτης, φοιτητές της μεσαίας τάξης, είχαν απαντήσει σε ένα ερωτηματολόγιο σχετικά με το οικογενειακό τους ιστορικό, το ιστορικό σωματικής και ψυχικής υγείας και την κοινωνική τους συμπεριφορά, και είχαν θεωρηθεί «φυσιολογικοί»- μια ρίψη νομίσματος τους χώρισε σε φυλακισμένους και φρουρούς.
Σύμφωνα με τη φήμη που αναπτύχθηκε γύρω από το πείραμα, οι φύλακες, με ελάχιστες έως καθόλου οδηγίες, άρχισαν να ταπεινώνουν και να κακοποιούν ψυχολογικά τους κρατούμενους μέσα σε είκοσι τέσσερις ώρες από την έναρξη της μελέτης.
Οι κρατούμενοι, με τη σειρά τους, έγιναν υποτακτικοί και αποπροσωποποιημένοι, δεχόμενοι την κακοποίηση και λέγοντας ελάχιστα ως ένδειξη διαμαρτυρίας.
Η συμπεριφορά όλων των εμπλεκομένων ήταν τόσο ακραία που το πείραμα, το οποίο επρόκειτο να διαρκέσει δύο εβδομάδες, τερματίστηκε μετά από έξι ημέρες.
Λιγότερο από μια δεκαετία νωρίτερα, η μελέτη υπακοής του Μάιλγκραμ είχε δείξει ότι οι απλοί άνθρωποι, αν ενθαρρύνονταν από μια φιγούρα εξουσίας, ήταν πρόθυμοι να πλήξουν τους συμπολίτες τους με ηλεκτροσόκ που πίστευαν ότι ήταν επώδυνα και δυνητικά θανατηφόρα επίπεδα ηλεκτρισμού.
Σήμερα, 53 χρόνια αργότερα, πολλοί ανατρέχουν στη μελέτη για να κατανοήσουν γεγονότα όπως η συμπεριφορά των φρουρών στο Αμπού Γκράιμπ και η επιδημία αστυνομικής βίας στην Αμερική.
Το πείραμα των φυλακών του Στάνφορντ αναφέρεται ως απόδειξη των αταβιστικών παρορμήσεων που κρύβονται μέσα σε όλους μας- λέγεται ότι δείχνει ότι, με ένα μικρό σπρώξιμο, θα μπορούσαμε όλοι να γίνουμε τύραννοι.
Ο αταβισμός είναι το φαινόμενο κατά το οποίο χαρακτηριστικές ιδιότητες ενός προγόνου εμφανίζονται σε απογόνους ύστερα από δύο ή περισσότερες γενιές.
Και όμως, τα διδάγματα του πειράματος των φυλακών του Στάνφορντ δεν είναι τόσο ξεκάθαρα.
Από την αρχή, η μελέτη στοιχειώθηκε από ασάφεια. Ακόμα και αν υποδηλώνει ότι οι συνηθισμένοι άνθρωποι κρύβουν άσχημες δυνατότητες, μαρτυρά επίσης τον τρόπο με τον οποίο οι συνθήκες διαμορφώνουν τη συμπεριφορά μας.
Η μελέτη αφορούσε την ατομική μας αστοχία ή τους διαλυμένους θεσμούς;
Τα ευρήματά της αφορούσαν τις φυλακές, συγκεκριμένα, ή τη ζωή γενικά; Τι έδειξε πραγματικά το πείραμα των φυλακών του Στάνφορντ;
Η γοητεία του πειράματος έχει να κάνει σε μεγάλο βαθμό με το φαινομενικά απλό στήσιμό του: Κρατούμενοι, φύλακες, μια ψεύτικη φυλακή και ορισμένοι βασικοί κανόνες.
Όμως, στην πραγματικότητα, η φυλακή της κομητείας του Στάνφορντ ήταν ένα έντονα χειραγωγημένο περιβάλλον και οι φύλακες και οι κρατούμενοι ενεργούσαν με τρόπους που ήταν σε μεγάλο βαθμό προκαθορισμένοι από τον τρόπο με τον οποίο παρουσιάζονταν οι ρόλοι τους.
Για να καταλάβεις το νόημα του πειράματος, πρέπει να ξέρεις ότι δεν ήταν κενό γράμμα- από την αρχή, ο στόχος του ήταν να θυμίσει την εμπειρία της εργασίας και της διαβίωσης σε μια βίαιη φυλακή.
Από την πρώτη στιγμή, οι προτεραιότητες των φρουρών καθορίστηκαν από τον Ζιμπάρντο.
Σε μια παρουσίαση στους συναδέλφους του στο Στάνφορντ, λίγο μετά την ολοκλήρωση της μελέτης, περιέγραψε τις διαδικασίες γύρω από την άφιξη κάθε κρατουμένου: Κάθε άνδρας γδύθηκε και ερευνήθηκε, «απολυμάνθηκε» και στη συνέχεια του δόθηκε μια στολή – μια αριθμημένη ρόμπα, την οποία ο Ζιμπάρντο ονόμασε «φόρεμα», με μια βαριά βιδωμένη αλυσίδα κοντά στον αστράγαλο, χαλαρά λαστιχένια σανδάλια και ένα καπέλο φτιαγμένο από μια γυναικεία νάιλον κάλτσα.
«Οι πραγματικοί άνδρες κρατούμενοι δεν φορούν φορέματα», εξήγησε ο Ζιμπάρντο, «αλλά οι πραγματικοί άνδρες κρατούμενοι, όπως μάθαμε, αισθάνονται ταπεινωμένοι, αισθάνονται ευνουχισμένοι, και σκεφτήκαμε ότι θα μπορούσαμε να προκαλέσουμε τα ίδια αποτελέσματα πολύ γρήγορα βάζοντας τους άνδρες σε ένα φόρεμα χωρίς εσώρουχα».
Τα καλσόν ήταν αντί για το ξύρισμα των κεφαλιών των κρατουμένων.
Οι φύλακες φορούσαν χακί στολές και τους δόθηκαν σφυρίχτρες, γκλομπ και γυαλιά ηλίου με φακούς-καθρέφτη, εμπνευσμένα από έναν δεσμοφύλακα στην ταινία «Cool Hand Luke».
Συχνά οι φρουροί λειτουργούσαν χωρίς σαφείς, για κάθε στιγμή, οδηγίες. Αυτό όμως δεν σήμαινε ότι ήταν πλήρως αυτόνομοι.
Ο ίδιος ο Ζιμπάρντο συμμετείχε στο πείραμα, παίζοντας το ρόλο του προϊσταμένου της φυλακής. (Ο «διευθυντής» της φυλακής ήταν επίσης ερευνητής.)
Περιστασιακά, οι διαμάχες μεταξύ κρατουμένων και δεσμοφυλάκων ξέφευγαν από τον έλεγχο, παραβιάζοντας μια ρητή απαγόρευση της σωματικής βίας, που τόσο οι κρατούμενοι, όσο και οι δεσμοφύλακες είχαν διαβάσει πριν εγγραφούν στη μελέτη.
Όταν ο «προϊστάμενος» και ο «διευθυντής» παρέβλεπαν αυτά τα περιστατικά, το μήνυμα προς τους φύλακες ήταν σαφές: Όλα είναι καλά, συνεχίστε όπως είστε.
Οι συμμετέχοντες γνώριζαν ότι το κοινό παρακολουθούσε και έτσι η έλλειψη ανατροφοδότησης μπορούσε να εκληφθεί ως σιωπηρή έγκριση.
Και η αίσθηση ότι τους παρακολουθούσαν, μπορεί επίσης να τους ενθάρρυνε να αποδώσουν.
Ο Ντέιβ Έσελμαν, ένας από τους φύλακες, θυμήθηκε ότι «δημιούργησε συνειδητά» την προσωπικότητά του ως φύλακας.
«Συμμετείχα σε όλα τα είδη θεατρικών παραστάσεων στο λύκειο και στο κολέγιο.
Ήταν κάτι με το οποίο ήμουν πολύ εξοικειωμένος: Να παίρνεις μια άλλη προσωπικότητα πριν βγεις στη σκηνή», δήλωσε ο Έσελμαν.
Στην πραγματικότητα, συνέχισε, «έκανα κατά κάποιο τρόπο το δικό μου πείραμα εκεί μέσα, λέγοντας: Μέχρι πού μπορώ να ωθήσω αυτά τα πράγματα και πόση κακοποίηση θα αντέξουν αυτοί οι άνθρωποι πριν πουν, κόφτο;».
Το πείραμα διαμορφώθηκε και από άλλους, πιο ανεπαίσθητους παράγοντες. Συχνά λέγεται ότι οι συμμετέχοντες στη μελέτη ήταν συνηθισμένοι τύποι – και όντως, από μια σειρά εξετάσεων διαπιστώθηκε ότι ήταν «φυσιολογικοί» και υγιείς.
Αλλά ήταν επίσης μια αυτοεπιλεγμένη ομάδα που ανταποκρίθηκε σε μια αγγελία σε εφημερίδα που αναζητούσε εθελοντές για «μια ψυχολογική μελέτη της ζωής στη φυλακή».
Σε μια μελέτη του 2007, οι ψυχολόγοι Τόμας Κάρναχαν και Σαμ ΜακΦάρλαντ αναρωτήθηκαν αν αυτή η ίδια η διατύπωση μπορεί να είχε αλλάξει τις πιθανότητες.
Αναδιατύπωσαν την αρχική αγγελία και στη συνέχεια δημοσίευσαν μια νέα αγγελία παραλείποντας τη φράση «ζωή στη φυλακή».

Διαβασε ακομα
Πώς θα επιβιώσεις σε μια ΑποκάλυψηΔιαπίστωσαν ότι τα άτομα που ανταποκρίθηκαν στις δύο αγγελίες είχαν διαφορετική βαθμολογία σε μια σειρά ψυχολογικών τεστ.
Εκείνοι που πίστευαν ότι θα συμμετείχαν σε μια μελέτη για τη φυλακή είχαν σημαντικά υψηλότερα επίπεδα επιθετικότητας, αυταρχισμού, μακιαβελισμού, ναρκισσισμού και κοινωνικής κυριαρχίας, και σημείωσαν χαμηλότερη βαθμολογία σε μετρήσεις ενσυναίσθησης και αλτρουισμού.
Επιπλέον, ακόμη και μέσα σε αυτό το αυτοεπιλεγμένο δείγμα, τα πρότυπα συμπεριφοράς δεν ήταν καθόλου ομοιογενή.
Μεγάλο μέρος του κύρους της μελέτης εξαρτάται από την ιδέα ότι οι φοιτητές ανταποκρίθηκαν μαζικά, εγκαταλείποντας την ατομική τους ταυτότητα για να γίνουν υποτακτικοί «φυλακισμένοι» και τυραννικοί «φύλακες».
Αλλά, στην πραγματικότητα, οι συμμετέχοντες ανταποκρίθηκαν στο περιβάλλον της φυλακής με κάθε είδους τρόπους.
Ενώ ορισμένες βάρδιες φρουρών ήταν ιδιαίτερα σκληρές, άλλες παρέμειναν ανθρώπινες.
Πολλοί από τους υποτιθέμενα παθητικούς κρατούμενους εξεγέρθηκαν.
Ο Ρίτσαρντ Γιάκο, ένας κρατούμενος, θυμάται ότι αντιστάθηκε «σε αυτό που μου έλεγε ένας φύλακας να κάνω» και ήταν πρόθυμος να μπει στην απομόνωση.
«Ως κρατούμενοι αναπτύξαμε αλληλεγγύη – συνειδητοποιήσαμε ότι μπορούσαμε να ενωθούμε και να κάνουμε παθητική αντίσταση και να προκαλέσουμε κάποια προβλήματα».
Αυτό που προκύπτει από αυτές τις λεπτομέρειες δεν είναι μια απόλυτα διαυγής φωτογραφία, αλλά μια διφορούμενη υδατογραφία.
Ενώ είναι αλήθεια ότι ορισμένοι φύλακες και κρατούμενοι συμπεριφέρονταν με ανησυχητικούς τρόπους, είναι επίσης αλήθεια ότι το περιβάλλον τους ήταν σχεδιασμένο να ενθαρρύνει -και, σε ορισμένες περιπτώσεις, να απαιτεί- αυτές τις συμπεριφορές.
Ο ίδιος ο Ζιμπάρντο ήταν πάντοτε πρόθυμος για τις λεπτομέρειες και τη φύση του πειράματός του στη φυλακή: Εξήγησε διεξοδικά το στήσιμο της αρχικής του μελέτης και, σε μια πρώιμη καταγραφή, στην οποία το πείραμα περιγραφόταν μόνο σε αδρές γραμμές, επεσήμανε ότι μόνο «περίπου το ένα τρίτο των φρουρών έγινε τυραννικό στην αυθαίρετη χρήση της εξουσίας». (Δηλαδή περίπου τέσσερα άτομα συνολικά.)

Πώς λοιπόν ο μύθος του πειράματος των φυλακών του Στάνφορντ – ο «Άρχοντας των μυγών» στο εργαστήριο ψυχολογίας – κατέληξε να αποκλίνει τόσο βαθιά από την πραγματικότητα;
Εν μέρει, ευθύνονται οι πρώτες δηλώσεις του Ζιμπάρντο σχετικά με το πείραμα. Τον Οκτώβριο του 1971, λίγο μετά την ολοκλήρωση της μελέτης -και πριν δημοσιευτεί έστω και ένα μεθοδολογικά και αναλυτικά αυστηρό συμπέρασμα- ο Ζιμπάρντο κλήθηκε να καταθέσει στο Κογκρέσο για τη μεταρρύθμιση των φυλακών.
Η δραματική του κατάθεση, ακόμη και όταν εξηγούσε με σαφήνεια πώς λειτουργούσε το πείραμα, επέτρεψε επίσης στους ακροατές να παραβλέψουν πόσο καταναγκαστικό ήταν πραγματικά το περιβάλλον.
Περιέγραψε τη μελέτη ως «μια προσπάθεια να κατανοήσουμε τι ακριβώς σημαίνει ψυχολογικά να είσαι κρατούμενος ή δεσμοφύλακας».
Τόνισε όμως επίσης, ότι οι φοιτητές της μελέτης ήταν «η αφρόκρεμα αυτής της γενιάς» και είπε ότι στους φύλακες δεν δόθηκαν συγκεκριμένες οδηγίες και αφέθηκαν ελεύθεροι να φτιάξουν «τους δικούς τους κανόνες για τη διατήρηση του νόμου, της τάξης και του σεβασμού».
Εξηγώντας τα αποτελέσματα, είπε ότι η «πλειονότητα» των συμμετεχόντων βρέθηκε να «μην είναι πλέον σε θέση να διακρίνει με σαφήνεια το role-playing από τον πραγματικό τους εαυτό», και ότι, στις έξι ημέρες που χρειάστηκαν για να αναπτυχθεί η μελέτη, «η εμπειρία της φυλάκισης ακύρωσε, έστω και προσωρινά, τη μάθηση μιας ολόκληρης ζωής- οι ανθρώπινες αξίες ανεστάλησαν, οι αυτοαντιλήψεις αμφισβητήθηκαν, και η πιο άσχημη, πιο χαμηλή, παθολογική πλευρά της ανθρώπινης φύσης ήρθε στην επιφάνεια».
Περιγράφοντας μια άλλη, συναφή μελέτη και τις επιπτώσεις της στη ζωή στη φυλακή, είπε, ότι «η απλή πράξη του να βάλεις ταμπέλες στους ανθρώπους, το να αποκαλείς κάποιους ανθρώπους φυλακισμένους και άλλους φύλακες, αρκεί για να προκαλέσει παθολογική συμπεριφορά».
Ο Ζιμπάρντο έδωσε το βίντεο στο NBC, το οποίο έβγαλε ένα αφιέρωμα στις 26 Νοεμβρίου 1971. Τον Απρίλιο του 1973 δημοσιεύθηκε άρθρο στο περιοδικό Times.
Με διάφορους τρόπους, αυτές οι αναφορές επανέλαβαν τον ισχυρισμό, ότι σχετικά μικρές αλλαγές στις συνθήκες μπορούσαν να μετατρέψουν τους καλύτερους και εξυπνότερους σε τέρατα ή δουλοπάροικους χωρίς προσωπικότητα.
Μέχρι τη στιγμή που ο Ζιμπάρντο δημοσίευσε ένα επίσημο έγγραφο σχετικά με τη μελέτη, σε ένα τεύχος του 1973 του International Journal of Criminology and Penology, μια εξορθολογισμένη και ξεκάθαρη εκδοχή των γεγονότων είχε εδραιωθεί στην εθνική συνείδηση – σε τέτοιο βαθμό που μια μεθοδολογική κριτική του 1975 έπεσε σε μεγάλο βαθμό στο κενό.
Σαράντα χρόνια αργότερα, ο Ζιμπάρντο εξακολουθούσε να μην αποφεύγει τη δημοσιότητα. Υπήρξε σύμβουλος στην ταινία, η οποία ακολουθεί λεπτομερώς την αρχική του μελέτη, βασιζόμενη σε απευθείας απομαγνητοφωνήσεις από τις πειραματικές ηχογραφήσεις και με ελάχιστες δραματικές ελευθερίες.
Από πολλές απόψεις, η ταινία είναι επικριτική απέναντι στη μελέτη: Ο Κράνταπ υποδύεται τον Ζιμπάρντο ως έναν ερευνητή με υπερβάλλοντα ζήλο που ξεπερνά τα όριά του, προσπαθώντας να δημιουργήσει ένα πολύ συγκεκριμένο αποτέλεσμα μεταξύ των φοιτητών που παρατηρεί.
Οι σκηνοθέτες υπογραμμίζουν ακόμη και την αδυναμία του πειραματικού σχεδιασμού, εισάγοντας χαρακτήρες που επισημαίνουν ότι ο Ζιμπάρντο δεν είναι ένας ανιδιοτελής παρατηρητής.
Επισημαίνουν μια συνομιλία από την πραγματική ζωή στην οποία ένας άλλος ψυχολόγος ρωτά τον Ζιμπάρντο αν έχει μια «ανεξάρτητη μεταβλητή».
Περιγράφοντας τη μελέτη στους συναδέλφους του στο Στάνφορντ λίγο μετά τη λήξη της, ο Ζιμπάρντο θυμήθηκε αυτή τη συζήτηση: «Προς έκπληξή μου, θύμωσα πολύ μαζί του», είπε.
«Η ασφάλεια των ανδρών μου και η σταθερότητα της φυλακής μου διακυβεύονταν, και έπρεπε να παλέψω με αυτόν τον αιμοσταγή, φιλελεύθερο, ακαδημαϊκό, ξεπεσμένο βλάκα, του οποίου η μόνη έγνοια ήταν ένα γελοίο πράγμα όπως μια ανεξάρτητη μεταβλητή. Το επόμενο πράγμα για το οποίο θα με ρωτούσε ήταν τα προγράμματα απεξάρτησης, ο χαζός! Μόνο κάποια στιγμή αργότερα συνειδητοποίησα πόσο βαθιά μέσα στο πείραμα ήμουν σε εκείνο το σημείο».

Σε γενικές γραμμές, η ταινία επιβεβαιώνει τη γνώμη του Τζον Μαρκ, ενός από τους δεσμοφύλακες, ο οποίος, ανατρέχοντας στο παρελθόν, δήλωσε ότι η ερμηνεία των γεγονότων από τον Ζιμπάρντο ήταν πολύ διαμορφωμένη από τις προσδοκίες του για να έχει νόημα.
«Ήθελε να είναι σε θέση να πει ότι φοιτητές, άνθρωποι από τη μεσαία τάξη, θα στραφούν ο ένας εναντίον του άλλου μόνο και μόνο επειδή τους δίνεται ένας ρόλος και τους δίνεται δύναμη. Με βάση την εμπειρία μου, και με βάση αυτά που είδα και αυτά που ένιωσα, νομίζω ότι αυτό ήταν πραγματικά υπερβολικό».
Εάν το πείραμα των φυλακών του Στάνφορντ είχε προσομοιώσει ένα λιγότερο βίαιο περιβάλλον, θα είχαν ενεργήσει διαφορετικά οι κρατούμενοι και οι φύλακες;
Τον Δεκέμβριο του 2001, δύο ψυχολόγοι, ο Στίβεν Ρέιτσερ και ο Αλεξάντερ Χάσλαμ, προσπάθησαν να το ανακαλύψουν.
Συνεργάστηκαν με τη μονάδα ντοκιμαντέρ του BBC για να αναπαραστήσουν εν μέρει το σκηνικό του Ζιμπάρντο κατά τη διάρκεια ενός οκταήμερου πειράματος.
Οι φύλακές τους είχαν επίσης στολές και τους δόθηκε η ευχέρεια να μοιράζουν ανταμοιβές και τιμωρίες- οι κρατούμενοί τους τοποθετήθηκαν σε κελιά τριών ατόμων που ακολουθούσαν σχεδόν επακριβώς τη διάταξη της φυλακής της κομητείας του Στάνφορντ.
Η κύρια διαφορά ήταν ότι, σε αυτή τη φυλακή, οι προκαθορισμένες προσδοκίες είχαν εξαφανιστεί. Οι φύλακες κλήθηκαν να επινοήσουν κανόνες πριν από την άφιξη των κρατουμένων και τους είπαν μόνο να κάνουν τη φυλακή να λειτουργεί ομαλά.
Η Μελέτη Φυλακών του BBC, όπως ονομάστηκε, διέφερε από το πείραμα του Στάνφορντ σε μερικούς άλλους τρόπους, όπως το ντύσιμο των κρατουμένων- για ένα διάστημα, εξάλλου, οι κρατούμενοι έμαθαν ότι θα μπορούσαν να γίνουν φύλακες με καλή συμπεριφορά, αν και, την τρίτη ημέρα, η προσφορά αυτή ανακλήθηκε και οι ρόλοι έγιναν μόνιμοι.
Μέσα στις πρώτες ημέρες της μελέτης του BBC, έγινε σαφές ότι οι φύλακες δεν ήταν συνεκτικοί ως ομάδα.
«Αρκετοί φύλακες ήταν επιφυλακτικοί στο να αναλάβουν και να ασκήσουν την εξουσία τους», έγραψαν οι ερευνητές.
Οι κρατούμενοι, από την άλλη πλευρά, ανέπτυξαν μια συλλογική ταυτότητα. Σε μια αλλαγή σε σχέση με τη μελέτη του Στάνφορντ, οι ψυχολόγοι ζήτησαν από κάθε συμμετέχοντα να συμπληρώσει μια καθημερινή έρευνα που μετρούσε τον βαθμό στον οποίο ένιωθε αλληλεγγύη με την ομάδα του.

Η έρευνα έδειξε ότι, καθώς οι φρουροί απομακρύνονταν όλο και περισσότερο, οι κρατούμενοι γίνονταν όλο και πιο δεμένοι μεταξύ τους.
Κατά την τέταρτη ημέρα, τρεις συγκρατούμενοι αποφάσισαν να δοκιμάσουν την τύχη τους. Την ώρα του μεσημεριανού γεύματος, ο ένας πέταξε το πιάτο του κάτω και απαίτησε καλύτερο φαγητό, ένας άλλος ζήτησε να καπνίσει και ο τρίτος ζήτησε ιατρική φροντίδα για μια φουσκάλα στο πόδι του.
Οι φύλακες αποδιοργανώθηκαν- ένας μάλιστα πρόσφερε στον καπνιστή ένα τσιγάρο.
Οι Ρέιτσερ και Χάσλαμ ανέφεραν ότι, αφού οι κρατούμενοι επέστρεψαν στα κελιά τους, «κυριολεκτικά χόρευαν από χαρά». «Αυτό ήταν πολύ γλυκό», παρατήρησε ένας κρατούμενος.
Σύντομα, περισσότεροι κρατούμενοι άρχισαν να προκαλούν τους φρουρούς. Έπαιζαν θέατρο κατά τη διάρκεια της καταμέτρησης, διαμαρτύρονταν για το φαγητό και αντιμιλούσαν.
Στο τέλος της έκτης ημέρας, οι τρεις ανυπότακτοι συγκρατούμενοι τους ξέφυγαν και κατέλαβαν τα διαμερίσματα των φρουρών.
«Σε αυτό το σημείο», έγραψαν οι ερευνητές, «το καθεστώς των φρουρών θεωρήθηκε από όλους ανεφάρμοστο και τελειωμένο».
Στο σύνολό τους, αυτές οι δύο μελέτες δεν υποδηλώνουν ότι όλοι έχουμε μια έμφυτη ικανότητα για τυραννία ή θυματοποίηση.
Αντίθετα, υποδηλώνουν ότι η συμπεριφορά μας συμμορφώνεται σε μεγάλο βαθμό με τις προκατασκευασμένες προσδοκίες μας.

Όλοι οι άλλοι παράγοντες είναι ίσοι, ενεργούμε όπως νομίζουμε ότι αναμένεται να ενεργήσουμε -ιδιαίτερα αν αυτή η προσδοκία προέρχεται από ψηλά.
Ας υποθέσουμε, όπως έκανε η έρευνα στο Στάνφορντ, ότι πρέπει να συμπεριφερόμαστε με τον στερεοτυπικό τρόπο του σκληρού φρουρού, και προσπαθούμε να ανταποκριθούμε σε αυτόν τον ρόλο.
Μας λένε, όπως έκαναν οι πειραματιστές του BBC, ότι δεν πρέπει να εγκαταλείψουμε την ελπίδα για κοινωνική κινητικότητα, και ενεργούμε ανάλογα.
Αυτή η κατανόηση μπορεί να φαίνεται ότι μειώνει τη δύναμη του πειράματος της φυλακής του Στάνφορντ.
Αλλά, στην πραγματικότητα, οξύνει και αποσαφηνίζει το νόημα της μελέτης.
Τον Ιούνιο του 2015 έγινε γνωστή η τραγική είδηση της αυτοκτονίας του Καλίφ Μπρόουντερ. Στα δεκαέξι του χρόνια, ο Μπρόουντερ συνελήφθη, στο Μπρονξ, επειδή φέρεται να έκλεψε ένα σακίδιο- μετά τη σύλληψη, φυλακίστηκε στο Ράικερς για τρία χρόνια χωρίς δίκη. (Τελικά, η υπόθεση εναντίον του απορρίφθηκε.)
Όσο βρισκόταν στο Ράικερς, ο Μπρόουντερ έγινε αντικείμενο βίας τόσο από κρατούμενους όσο και από φύλακες, μερικές από τις οποίες καταγράφηκαν σε βίντεο.
Είναι δυνατόν να σκεφτεί κανείς ότι οι φυλακές είναι έτσι όπως είναι, επειδή η ανθρώπινη φύση τείνει προς το παθολογικό. Αλλά το πείραμα των φυλακών του Στάνφορντ δείχνει ότι η ακραία συμπεριφορά απορρέει από ακραία ιδρύματα.
Οι φυλακές δεν είναι λευκές πλάκες. Οι φύλακες επιλέγουν όντως μόνοι τους τη δουλειά τους, όπως οι φοιτητές του Ζιμπάρντο επιλέγουν μόνοι τους τη μελέτη της ζωής στη φυλακή.
Όπως και οι άνδρες του Ζιμπάρντο, βομβαρδίζονται με προσδοκίες από την πρώτη στιγμή και διαμορφώνονται από προϋπάρχουσες νόρμες και πρότυπα συμπεριφοράς.
Το μάθημα του Στάνφορντ δεν είναι ότι οποιοσδήποτε τυχαίος άνθρωπος είναι ικανός να κατρακυλήσει στον σαδισμό και την τυραννία.
Είναι ότι ορισμένοι θεσμοί και περιβάλλοντα απαιτούν αυτές τις συμπεριφορές -και, ίσως, μπορούν να τις αλλάξουν.
Με πληροφορίες από New York Times, Stanford University

Ακολουθήστε το pride.gr στο Google News και ενημερωθείτε πρώτοι