Η διάσημη πρωτευοντολόγος θέλει να θυμόμαστε, ότι οι άνθρωποι δεν είναι και τόσο εξαιρετικοί - είμαστε κι εμείς ζώα...
Η Jane Goodall έγινε φίλη με τους χιμπατζήδες για να «ξεκλειδώσει» τα μυστικά των ανθρώπων
Η διάσημη πρωτευοντολόγος θέλει να θυμόμαστε, ότι οι άνθρωποι δεν είναι και τόσο εξαιρετικοί - είμαστε κι εμείς ζώα...
Η διάσημη πρωτευοντολόγος θέλει να θυμόμαστε, ότι οι άνθρωποι δεν είναι και τόσο εξαιρετικοί - είμαστε κι εμείς ζώα...
Η διάσημη πρωτευοντολόγος θέλει να θυμόμαστε, ότι οι άνθρωποι δεν είναι και τόσο εξαιρετικοί - είμαστε κι εμείς ζώα...
Όταν η Jane Goodall ήταν μόλις 26 ετών, άρχισε να περιπλανιέται στα δάση της Τανζανίας για να μελετήσει άγριους χιμπατζήδες. Στην αρχή την απέφευγαν, αλλά μετά από μήνες υπομονετικής αλληλεπίδρασης, έγινε πραγματικά αποδεκτή ως μέλος της κοινότητάς τους – η πρώτη ερευνήτρια που κέρδισε ποτέ αυτή τη διάκριση. Δεν είχε κανένα ακαδημαϊκό πτυχίο, κι όμως έκανε πρωτοποριακές ανακαλύψεις. Οι χιμπατζήδες χρησιμοποιούν εργαλεία! Οι χιμπατζήδες κυνηγούν και τρώνε κρέας! Οι χιμπατζήδες έχουν πολύπλοκη συναισθηματική ζωή, από τρυφερούς γονεϊκούς δεσμούς μέχρι βίαιες μάχες!
Οι ανακαλύψεις της ανέτρεψαν το κυρίαρχο παράδειγμα της εποχής, το οποίο μπορεί να συνοψιστεί σε μια λέξη: ανθρωποκεντρισμός. Είναι η ιδέα ότι εμείς οι άνθρωποι είμαστε εντελώς διαφορετικοί και ανώτεροι από τα ζώα. Η Goodall έχει πει, ότι το να μας βοηθήσει να ξεφορτωθούμε αυτή την ιδέα -να θολώσουμε τη γραμμή μεταξύ των ανθρώπων και του υπόλοιπου ζωικού βασιλείου– ήταν το μεγαλύτερο επίτευγμά της στη ζωή.
Έτσι, τώρα που η παγκοσμίου φήμης πρωτευοντολόγος είναι πλέον 90 ετών, ας δούμε τι της δίδαξαν τα δεκάδες χρόνια μελέτης των χιμπατζήδων – όχι για τους χιμπατζήδες, αλλά για εμάς τους ανθρώπους.
Η πρώτη της ένδειξη ότι χιμπατζήδες είναι πλάσματα που σκέφτονται και αισθάνονται όπως και οι άνθρωποι, ήρθε πολύ πριν φτάσει στο Gombe στην Τανζανία, από έναν υπέροχο δάσκαλο, τον σκύλο της, Rusty. «Δεν μπορείς να μοιραστείς τη ζωή σου με ουσιαστικό τρόπο με έναν σκύλο, μια γάτα, ένα κουνέλι, έναν αρουραίο, ένα πουλί, ένα άλογο, ένα γουρούνι και να μην ξέρεις ότι έχουν συναισθήματα παρόμοια με τα δικά μας και ότι έχουν μυαλό που μπορεί μερικές φορές να λύσει προβλήματα», είχε πει σε συνέντευξή της στο Vox το 2021, με αφορμή τη βράβευσή της με το Templeton Prize.
«Αυτό που πρέπει να συνειδητοποιήσει ο κόσμος, είναι ότι όταν πήγα στο Gombe, δεν είχα πάει στο κολέγιο. Δεν είχα απολύτως καμία ιδέα ότι οι επιστήμονες έχουν αυτό το αναγωγικό αίσθημα για τα ζώα. Έτσι, πήγα γνωρίζοντας ότι φυσικά οι χιμπατζήδες, οι πλησιέστεροι ζωντανοί συγγενείς μας, θα είχαν συναισθήματα, θα είχαν προσωπικότητες και θα ήταν εξαιρετικά ευφυείς», είπε η Goodall.
Η μόνη έρευνα που γινόταν τότε στους χιμπατζήδες ήταν σε αιχμαλωσία, σημείωσε και πρόσθεσε πως υπήρχε ένα θαυμάσιο βιβλίο με τίτλο «Η νοοτροπία των πιθήκων» που γράφτηκε από έναν Αυστριακό ψυχολόγο για μια αποικία χιμπατζήδων σε αιχμαλωσία. Έγραψε αυτό το βιβλίο και αμέσως όλοι οι άλλοι επιστήμονες όρμησαν πάνω του και είπαν ότι οι χιμπατζήδες σε αιχμαλωσία, είναι έξυπνοι μόνο και μόνο επειδή η ανθρωπιά μας έχει περάσει πάνω τους. «Πόσο αλαζόνας μπορεί να γίνεις;», είπε.
Η ίδια λέει πως τής ήταν πραγματικά χρήσιμο που πήγε στην Τανζανία χωρίς επιστημονική κατάρτιση ή ακαδημαϊκό πτυχίο, γιατί αυτό τής επέτρεψε να δει καθαρά χωρίς παρωπίδες.
Η Goodall σε αντίθεση με την επιστημονική πρακτική της εποχής, έδωσε στους χιμπατζήδες ανθρώπινα ονόματα, όπως David Graybeard ή Fifi. Αυτό ήταν πολύ ταμπού στην επιστημονική κοινότητα, όπου υποτίθεται ότι έπρεπε να διατηρείται αυτή η επίφαση αντικειμενικής απόστασης από τα υποκείμενα της έρευνας. Αλλά η ίδια ποτέ δεν ένιωσε ντροπή να αναπτύξει αυτές τις σχέσεις αγάπης με τα ζώα.
Αλλά καθώς τα χρόνια περνούσαν εκεί, παρατήρησε σοβαρή βία μεταξύ ομάδων χιμπατζήδων, και αναφέρθηκε ακόμη και σε έναν πόλεμο που ξέσπασε μεταξύ αυτών των διαφορετικών ομάδων. Η ίδια περιγράφει ότι αυτό ήταν ένα σοκ, δεδομένου ότι πίστευε οι χιμπατζήδες ήταν πιο ευγενικοί από τους ανθρώπους.
«Το θέμα είναι ότι είναι ιδιαίτερα εδαφοκεντρικοί και τα αρσενικά μαζεύονται και περιπολούν τα όρια της επικράτειάς τους. Και αν κατασκοπεύσουν ένα άτομο από μια γειτονική κοινότητα, είναι πιθανό να το κυνηγήσουν. Είναι αρκετά τρομακτικό, στην πραγματικότητα», είπε.

Παρά το γεγονός ότι είδε και τη βίαιη πλευρά τους, είναι πεπεισμένη πως οι χιμπατζήδες δεν είναι ικανοί για το κακό. Όπως λέει, μόνο οι άνθρωποι είναι ικανοί για το κακό. «Γιατί για μένα το κακό δεν είναι απλώς να ανταποκρίνεσαι σε μια επιθετική παρόρμηση (κάτι που κάνουν οι χιμπατζήδες), αλλά να κάθεσαι σκόπιμα εν ψυχρώ και να σχεδιάζεις την καταστροφή ενός άλλου ανθρώπου ή να σχεδιάζεις έναν πόλεμο», σημείωσε κι εξήγησε:
«Ακριβώς όπως και αυτοί, έχουμε μια καλή και μια σκοτεινή πλευρά. Αλλά νομίζω ότι η σκοτεινή μας πλευρά είναι χειρότερη επειδή είμαστε ικανοί για το κακό. Νομίζω ότι η καλή μας πλευρά είναι καλύτερη. Γιατί ενώ οι χιμπατζήδες μπορεί να είναι αλτρουιστές, ανταποκρίνονται στο άμεσο συναίσθημα. Εμείς όμως μπορούμε να είμαστε αλτρουιστές σκεπτόμενοι τις συνέπειες για τον εαυτό μας και συνειδητοποιώντας ότι αν προχωρήσουμε για να βοηθήσουμε αυτό το άτομο, μπορεί να έχει σοβαρές αρνητικές επιπτώσεις για εμάς, αλλά το κάνουμε παρόλα αυτά λόγω αυτής της συμπόνιας που έχουμε».
Η βρετανίδα πρωτευοντολόγος και ανθρωπολόγος, μίλησε και για τη στιγμή που συνειδητοποίησε ότι οι χιμπατζήδες χρησιμοποιούσαν εργαλεία, με τον μέντορά της Louis Leakey, να της σχολιάζει ότι μετά από αυτό θα έπρεπε να επαναπροσδιοριστεί ο άνθρωπος, να επαναπροσδιοριστεί το εργαλείο ή να γίνουν δεκτοί οι χιμπατζήδες ως άνθρωποι.
Η ίδια είπε πως αντιλήφθηκε αμέσως πως «ήταν μια πολύ σημαντική παρατήρηση και δεν μπορούσα να πιστέψω ότι το είχα δει, οπότε περίμενα μέχρι να δω μερικούς ακόμη χιμπατζήδες να χρησιμοποιούν εργαλεία, και μόνο τότε έγραψα στον Louis Leakey. Το θέμα είναι ότι εκείνη την εποχή μας όριζαν ως “Άνθρωπος ο κατασκευαστής εργαλείων”, και αυτό ήταν που έκανε τον Louis να γράψει αυτά τα διάσημα λόγια. Και αυτό ήταν το σημείο καμπής».
Φτάνοντας στο σήμερα, η Goodall είπε πως «νομίζω ότι είναι πλέον γενικά αποδεκτό ότι δεν είμαστε τα μόνα όντα στον πλανήτη με προσωπικότητες, μυαλά και συναισθήματα – ότι είμαστε μέρος του υπόλοιπου ζωικού βασιλείου και δεν διαχωριζόμαστε από αυτό. Και όμως, όταν πρωτοπήγα στο Κέιμπριτζ και είχα μείνει με τους χιμπατζήδες ενάμιση χρόνο, μου είπαν στην πραγματικότητα ότι η διαφορά ανάμεσα σε εμάς και όλα τα άλλα ζώα ήταν το είδος. Βρισκόμασταν σε μια κορυφή, που μας χώριζε από όλα τα άλλα ένα αγεφύρωτο χάσμα».
Η ίδια θεωρεί ότι παραμένει ταμπού για τους επιστήμονες να ανθρωπομορφοποιούν τα ζώα, εκτιμώντας πως αιτία γι’ αυτό ήταν το μακρύ χέρι της θρησκείας που έφτανε μέχρι εκεί. «Εννοώ, σκεφτείτε πώς υποδέχτηκαν τον Δαρβίνο με τη θεωρία της εξέλιξης. Η θρησκεία ξεσηκώθηκε αμέσως, και πολλοί επιστήμονες πίστευαν στη θρησκεία, ώστε να μην μπορούν να πιστέψουν στην εξέλιξη. Εμείς ήμασταν διαφορετικοί επειδή είχαμε ψυχή, ενώ εκείνα [τα ζώα] δεν είχαν».
Πιστεύει ακόμη ότι οι άνθρωποι είχαν επίσης την τάση να απορρίπτουν ορισμένα είδη ως μη ευφυή, επειδή θεωρούσαν ότι η νοημοσύνη πρέπει να μοιάζει με τον τρόπο που μοιάζει στους ανθρώπους για να μετράει ως νοημοσύνη.
«Αυτή είναι η όλη παραδοχή της επιστήμης, ότι είμαστε πάνω από τα ζώα με όλους αυτούς τους διαφορετικούς τρόπους. Αλλά υπάρχουν κάποιοι τρόποι με τους οποίους τα ζώα είναι εξαιρετικά ευφυή με τρόπους που εμείς σίγουρα θα ήμασταν εντελώς ηλίθιοι. Και τότε περιμένουμε από τα ζώα να ανταποκριθούν στα τεστ νοημοσύνης σαν να είναι άνθρωποι – αλλά δεν είναι άνθρωποι, είναι ζώα, και αναπτύσσουν τη νοημοσύνη τους για να αντιμετωπίσουν τα προβλήματα που συναντούν στη φύση», λέει.
Επίσης, συνεχίζει, «μου είπαν όταν ήμουν στο Κέιμπριτζ – δεν το πίστευα, αλλά μου το είπαν – ότι ένας επιστήμονας δεν πρέπει να έχει ενσυναίσθηση με το αντικείμενό του. Ότι πρέπει να είσαι αντικειμενικός και ότι αν έχεις ενσυναίσθηση για το αντικείμενο, δεν μπορείς να είσαι επιστημονικά αντικειμενικός. Αυτό είναι απλά απόλυτη ανοησία. Φυσικά και μπορείς. Το έχω αποδείξει ξανά και ξανά. Και αν αρνείστε το ρόλο της ενσυναίσθησης, τότε αρνείστε μια πολύ σημαντική οδό της έρευνας».

Όταν γνώρισα τους χιμπατζήδες πολύ καλά, λέει, «τους συμπονούσα. Κοιτούσα ένα κομμάτι της συμπεριφοράς που με προβλημάτιζε και σκεφτόμουν γιατί συνέβαινε αυτό. Και αυτό συνέβαινε λόγω της ενσυναίσθησης, σημειώνει και προσθέτει: «Φτάνοντας σε αυτή την κατανόηση, κάνεις ένα βήμα πίσω, φοράς το επιστημονικό σου καπέλο και προσπαθείς να αποδείξεις ή να διαψεύσεις αυτό που πιστεύεις ότι είναι αληθινό».
Ερωτηθείσα αν υπήρξαν ευρήματα που δεν δημοσίευσε από φόβο μήπως επικριθούν από την επιστημονική κοινότητα, ήταν κατηγορηματική: «Όχι, ποτέ. Απολύτως ποτέ. Και το πράγμα για το οποίο δέχτηκα την περισσότερη κριτική ήταν το γεγονός ότι μίλησα για την επιθετικότητα των χιμπατζήδων που πιθανώς είναι έμφυτη. Ξέρετε, ο λόγος που ο Louis με έστειλε να μελετήσω τους χιμπατζήδες ήταν επειδή πίστευε ότι πριν από περίπου 6 εκατομμύρια χρόνια υπήρχε ένας κοινός πρόγονος που έμοιαζε με πίθηκο και άνθρωπο, και επειδή οι χιμπατζήδες είναι οι πιο κοντινοί μας συγγενείς σήμερα, σκέφτηκε: Αν η Jane βρει συμπεριφορά που είναι παρόμοια στους σύγχρονους χιμπατζήδες και στους σύγχρονους ανθρώπους, τότε είναι πολύ πιθανό ότι αυτή η συμπεριφορά υπήρχε σε αυτόν τον κοινό πρόγονο και ότι φέραμε αυτό το χαρακτηριστικό μαζί μας μέσα από τις ξεχωριστές εξελικτικές μας διαδρομές».
«Έτσι, αυτό με οδήγησε στο να μιλήσω για κάποιες έμφυτες επιθετικές τάσεις στους ανθρώπους. Είχα πολλά προβλήματα γι’ αυτό, επειδή στις αρχές της δεκαετίας του ’70, υπήρχε αυτή η μεγάλη διαφωνία στην επιστήμη σχετικά με τη φύση έναντι της ανατροφής – ένα μωρό γεννιέται με μια καθαρή αφετηρία, και μόνο η εμπειρία θα κάνει αυτό το παιδί επιθετικό ή ευγενικό; Όταν είπα όχι, υπάρχει ένα ενστικτώδες στοιχείο, δέχτηκα έντονη κριτική. Αλλά νομίζω ότι είναι λογικό. Πώς είναι δυνατόν να κοιτάξετε τον κόσμο και να πείτε ότι δεν υπάρχει μια έμφυτη επιθετική τάση στους ανθρώπους;», λέει.
Στα χρόνια που πέρασαν έκτοτε, νιώθει δικαιωμένη από το γεγονός ότι η επιστήμη έχει υποστηρίξει κάποιους από τους ισχυρισμούς που ήταν αμφιλεγόμενοι στην αρχή. «Οι φοιτητές σήμερα μπορούν να μελετήσουν την προσωπικότητα των ζώων, τη νοημοσύνη των ζώων και τα συναισθήματα των ζώων. Και εγώ δεν θα μπορούσα να μελετήσω τίποτα από αυτά, επειδή υποτίθεται ότι δεν υπήρχαν», σημειώνει και προσθέτει:

«Η επιστήμη αρχίζει να κατανοεί ότι είμαστε μέρος του ζωικού βασιλείου. Αλλά υπάρχουν ακόμα μικρές εστίες αντίστασης. Και, φυσικά, αυτοί οι άνθρωποι που εργάζονται σε εργαστήρια ζώων, στην έρευνα για τα ζώα, δεν θέλουν να πιστεύουν ότι τα ζώα έχουν αισθήματα. Οι άνθρωποι που εργάζονται σε αυτές τις τρομερές βιομηχανικές φάρμες, δεν θέλουν να πιστεύουν ότι τα ζώα είναι αισθανόμενα όντα ικανά να αισθάνονται φόβο και πόνο. Δεν είναι βολικό να το πιστεύουν αυτό».
Για τους ανθρώπους είναι δύσκολο να εγκαταλείψουν την ιδέα της ανθρώπινης εξαιρετικότητας, αλλά η ίδια λέει ότι είναι κάτι που πρέπει να γίνει. «Είμαστε σχεδόν σε ένα σημείο χωρίς επιστροφή για τον πλανήτη σήμερα. Και αυτή η αυξανόμενη κατανάλωση κρέατος σε όλο τον κόσμο καθώς τα έθνη γίνονται πιο πλούσια – δεν είναι μόνο η απίστευτη σκληρότητα προς τα δισεκατομμύρια ζώα στην εντατική κτηνοτροφία, αλλά επίσης, όλα αυτά πρέπει να τρέφονται. Τεράστιες εκτάσεις οικοτόπων καταστρέφονται για να καλλιεργηθούν τα σιτηρά που τα ταΐζουν, τεράστιες ποσότητες ορυκτών καυσίμων χρησιμοποιούνται για την προετοιμασία των περιοχών, για να φτάσει η τροφή στα ζώα και τα ζώα στη σφαγή και το κρέας στο τραπέζι», εξηγεί.
Η ίδια υποστηρίζει ότι οι άνθρωποι δεν πρέπει να τρώνε καθόλου κρέας, ή τουλάχιστον να καταναλώνουν λιγότερο. Θεωρεί όμως ότι η συγκρουσιακή προσέγγιση μπορεί να μην είναι η πιο αποτελεσματική οδός για την αλλαγή συμπεριφοράς.
Σε μία εποχή που η ανθρωπότητα έχει φτάσει στο σημείο να παράγει προϊόντα κρέατος, αλλά όχι από τα ζώα, η ιδια πιστεύει πως είναι σημαντικό «να φτάσουμε στην καρδιά, επειδή οι άνθρωποι πρέπει να αλλάξουν από μέσα τους. Πρέπει να αλλάξουν επειδή θέλουν να αλλάξουν. Και αν τους χτυπάς και προσπαθείς να τους τυφλώσεις με την επιστήμη, δεν θέλουν να σε ακούσουν. Αλλά αν μπορείτε να αφηγηθείτε ήσυχα μια ιστορία, τότε μπορεί να φτάσετε στην καρδιά. Και τότε είναι που οι άνθρωποι αλλάζουν. Έχουμε το πρόγραμμα Roots and Shoots για νέους ανθρώπους και μου λένε ξανά και ξανά τα παιδιά ότι αλλάζουν τη στάση των γονιών και των παππούδων τους».
Ερωτηθείσα αν φοβάται ότι ο πλανήτης δεν έχει αρκετό χρόνο για να αντιμετωπίσει την κλιματική κρίση με αυτή τη μέθοδο προσέγγισης, είπε ότι ο ρόλος της στη ζωή είναι να δίνει στους ανθρώπους ελπίδα, «γιατί αν σου τελειώσει η ελπίδα, μπορεί και να τα παρατήσουμε. Αν δεν έχετε την ελπίδα ότι οι πράξεις σας θα κάνουν τη διαφορά, γιατί να κάνετε τον κόπο; Ο χρόνος τελειώνει. Αλλά αν συγκεντρωθούμε τώρα, υπάρχει ακόμα ένα χρονικό περιθώριο. Και να θυμάστε, το κύριο μήνυμα του Roots and Shoots είναι ότι κάθε μέρα που ζει ο καθένας από εμάς, έχουμε αντίκτυπο στον πλανήτη και μπορούμε να επιλέξουμε τι είδους αντίκτυπο θα έχουμε.
Αλλά για να λειτουργήσει αυτό, ο δυτικός, εύπορος κόσμος πρέπει να μειώσει το περιβαλλοντικό του αποτύπωμα. Δεν ζούμε βιώσιμες ζωές, οι περισσότεροι από εμάς. Δεύτερον, πρέπει να ανακουφίσουμε τη φτώχεια, γιατί αν είσαι σε πραγματική φτώχεια, καταστρέφεις το περιβάλλον, κόβεις και το τελευταίο δέντρο, προσπαθείς απεγνωσμένα να αποκτήσεις λίγο πιο εύφορη γη για να καλλιεργήσεις τρόφιμα για την οικογένειά σου. Αν είσαι σε μια πόλη, αγοράζεις τα φθηνότερα τρόφιμα ή ρούχα. Δεν έχεις την πολυτέλεια να πεις: Πώς φτιάχτηκε; Έβλαψε το περιβάλλον; Ήταν σκληρό για τα ζώα; Πρέπει να αγοράσεις το φθηνότερο για να επιβιώσεις», λέει.

Η Jane Goodall όσο βρέθηκε στην Τανζανία επαναπροσδιόρισε τον ορισμό της προστασίας, ώστε να συμπεριλάβει τις ανάγκες των ντόπιων και του περιβάλλοντος εκεί. Αν και πιστεύει ότι πάρα πολλοί άνθρωποι, όταν ακούν για προστασία των ζώων ή της γης, σκέφτονται καθαρά τα ζώα και τη γη, σημειώνει πως όλο και περισσότερες ομάδες προστασίας κατανοούν πλέον την ανάγκη συμμετοχής των τοπικών κοινοτήτων.
«Το πρόγραμμά μας είναι πολύ ολιστικό και περιλαμβάνει την αποκατάσταση της γονιμότητας σε υπερεκμεταλλευμένες γεωργικές εκτάσεις χωρίς αυτά τα τρομερά χημικά φυτοφάρμακα, και τη βελτίωση της υγείας και της εκπαίδευσης, και την παροχή υποτροφιών για να παραμείνουν τα κορίτσια στο σχολείο μετά την εφηβεία, και την παροχή ευκαιριών μικροπιστώσεων, ιδίως για τις γυναίκες, ώστε να μπορούν να επιλέξουν τις δικές τους μικρές και βιώσιμες επιχειρήσεις. Και αυτοί οι άνθρωποι έχουν γίνει πλέον συνεργάτες μας, κατανοώντας ότι η προστασία του περιβάλλοντος είναι για το δικό τους μέλλον, όχι μόνο για την άγρια ζωή».
Η Jane Goodall εξήγησε και πώς η παραμονή της στα δάση της Τανζανιας εμβάθυνε την πνευματικότητά της, λέγοντας: «Όταν περνούσα ώρες ολόκληρες στο τροπικό δάσος, ένιωθα αυτή την πραγματικά στενή σύνδεση με το πνεύμα της φύσης. Έξω στο δάσος, έχεις αυτή την πολύ ισχυρή αίσθηση της διασύνδεσης όλων των μορφών ζωής, πώς κάθε είδος έχει να παίξει ένα ρόλο. Και αρχίζεις να σκέφτεσαι: Νομίζω ότι βρίσκομαι εδώ για κάποιο σκοπό.
Νομίζω ότι το πιο σημαντικό μήνυμα που πρέπει να ακούσει ο καθένας είναι ότι η ζωή του έχει σημασία. Έχουν ένα ρόλο να παίξουν και αυτό που κάνουν κάθε μέρα κάνει τη διαφορά. Κάποιοι άνθρωποι μπορούν να κάνουν πολλά είτε δίνοντας χρήματα είτε ευαισθητοποιώντας. Όταν ο καθένας κάνει ό,τι μπορεί για να κάνει τον κόσμο καλύτερο, μπορούμε να αφήσουμε έναν καλύτερο πλανήτη για τα παιδιά μας και τα δικά τους».
Με πληροφορίες από Vox

Ακολουθήστε το pride.gr στο Google News και ενημερωθείτε πρώτοι