Στα βουνά της βόρειας Αλβανίας, το κάδρο για τις γυναίκες δεν είναι ζωγραφισμένο με ροδοπέταλα

Χιλιάδες άνδρες από την Αλβανία μεταναστεύουν μέχρι και σήμερα στο εξωτερικό ελλείψει θέσεων εργασίας και προοπτικής. Πίσω μένουν οι γυναίκες, οι οποίες καλούνται να «σηκώσουν» συχνά ένα διπλό βάρος: αυτό του βιοπορισμού και εκείνο της συντήρησης των νοικοκυριών τους.

Το 2022, περίπου 12.300 Αλβανοί μετανάστες έφτασαν με καράβια στο Ηνωμένο Βασίλειο. Η συντριπτική πλειοψηφία αυτών προερχόταν από ορεινές περιοχές.

Σε μία από αυτές τις περιοχές στο Bajram Curri, υπάρχει ένα κατάστημα, όπου οι γυναίκες μαζεύονται για να φτιάξουν φαγητό, να κατασκευάσουν χειροποίητα υφαντά, ρούχα και κοσμήματα, αλλά και για να σχεδιάσουν χάρτες πεζοπορίας, τους οποίους πωλούν σε ντόπιους και επισκέπτες.

Τέτοιες δραστηριότητες δεν εξασφαλίζουν μόνο μία πηγή εισοδήματος. Δίνουν και τον χώρο για τη διαμόρφωση μίας κοινωνικής ζωής και ενός αισθήματος ελπίδας.

Ένας άνδρας βρίσκεται πάνω σε μία βάρκα σε λίμνητ της Αλβανίας
Μετανάστευση και μάχη για βιοπορισμό στην αλβανική ύπαιθρο / Πηγή: Chris Allnutt/Instagram

Τι συμβαίνει στην Αλβανία;

Τα τελευταία χρόνια η Αλβανία βιώνει μία άνευ προηγουμένου τουριστική άνοδο. Αυτή η έκρηξη ωστόσο αδυνατεί να καλύψει το χρόνιο πρόβλημα με την έλλειψη εργασίας στη χώρα.

Το κόστος ζωής στην Αλβανία είναι ένα από τα υψηλότερα στα Βαλκάνια, ενώ οι μισθοί από τους χαμηλότερους. Με τον πληθωρισμό να καλπάζει, για πολλούς Αλβανούς ο κατώτατος μισθός αδυνατεί να καλύψει ακόμα και τις βασικές ανάγκες.

Σύμφωνα με τον ειδικό για τα Δυτικά Βαλκάνια, Andi Hoxhaj, το 2021-22 οι Αλβανοί ξόδευαν το 60% του εισοδήματός τους μόνο για τρόφιμα.

Η κατάσταση αυτή αποδεικνύει πως η μετάβαση σε μία ανεπτυγμένη οικονομία αποτελεί μία δύσκολη και μακρά διαδρομή για την Αλβανία. Το αποτέλεσμα των συνθηκών, είναι η εκτόξευση του αριθμού των ανδρών που εγκαταλείπουν τη χώρα.

Πολλές αγροτικές οικογένειες, δελεασμένες από τον ευκολότερο τρόπο ζωής, άφησαν πίσω την ύπαιθρο και μετακόμισαν σε μικρά αστικά κέντρα, όπως το Barjam Curri.

Ωστόσο, η έλλειψη θέσεων εργασίας, ανάγκασε τελικά πολλούς άνδρες και γιους να εγκαταλείψουν εντελώς τη χώρα. Οι γυναίκες, μητέρες και σύζυγοι που μείνανε πίσω αναγκάστηκαν να βιοποριστούν κάνοντας δουλειές όπως η καθαριότητα και η συντήρηση καταστημάτων.

Ανάμεσα στον βιοπορισμό και τη χειραφέτηση

Αυτή η κατάσταση, παρά τη δυσχέρεια και τα οικονομικά αδιέξοδα, δημιουργεί και ένα πνεύμα ελευθερίας για τις γυναίκες της Αλβανίας.

Την εποχή του κομμουνισμού, οι γυναίκες ήταν αρκετά ενεργές στην αγορά εργασίας, ωστόσο από τη δεκαετία του ‘90 και ύστερα, οι «κανόνες» της πατριαρχίας επέστρεψαν, ωθώντας τις γυναίκες πίσω στα σπίτια.

Φτάνοντας στο σήμερα, συχνά οι άνδρες φεύγουν αθόρυβα από τη χώρα. Κάποιοι απλώς πηγαίνουν στην πόλη κρατώντας μία μαύρη πλαστική σακούλα και δεν επιστρέφουν ποτέ.

Συχνά επίσης, οι άνδρες που φεύγουν από την Αλβανία, δεν στέλνουν χρήματα πίσω. Πολλοί αδυνατούν να βρουν αρκετά λεφτά από τις χειρωνακτικές εργασίες, ενώ άλλοι βυθίζονται σε νέα χρέη.

Αυτό σημαίνει πως οι γυναίκες καλούνται να επιβιώσουν μόνες τους. Σε αυτήν ακριβώς τη συνθήκη, αναγεννιέται μία νέα μορφή χειραφέτησης.

Πίσω στο κατάστημα στο Barjam Curri, οι γυναίκες εργάζονται, μεγαλώνουν παιδιά και απελευθερώνονται. Η Gerta, είναι υπεύθυνη της ιστοσελίδας του καταστήματος. Έχει αποκτήσει έτσι κάποιες τεχνολογικές γνώσεις και πλέον ετοιμάζεται να πάει στο πανεπιστήμιο.

Η Lida, η υπεύθυνη του καταστήματος, ήταν κλεισμένη στο σπίτι, μέχρι που ο σύζυγός της έφυγε για να βρει δουλειά στο Βέλγιο.

Μεγαλώνει τέσσερα παιδιά μόνη της, ενώ φτιάχνει κοσμήματα και τα πουλάει. Απέκτησε αυτοπεποίθηση και τελικά σταμάτησε να στέλνει μηνύματα στον σύζυγό της για να του ζητήσει την άδεια ώστε να βγαίνει έξω.

Επόμενος στόχος για το κατάστημα είναι η δημιουργία ενός δικτύου, όπου οι γυναίκες θα βγάζουν τα προς το ζην τους από καλλιέργειες, όπως βατόμουρα και κάστανα.

Παλαιότερα, οι γυναίκες έβγαζαν μόλις 10 ευρώ σε τρεις ημέρες από τη συλλογή και την πώληση των προϊόντων τους. Οι γυναίκες του καταστήματος, τις ενθάρρυναν να τα μετατρέπουν σε μαρμελάδα, την οποία μπορούν να πουλήσουν 5 ευρώ ανά δοχείο.

Παρά τα θετικά εγχειρήματα, το κάδρο για τις γυναίκες στην Αλβανία δεν είναι ζωγραφισμένο με ροδοπέταλα. Πολλές πέφτουν θύματα σύγχρονης δουλείας ή καλούνται να πληρώσουν τα χρέη των ανδρών και των γιων τους στο εξωτερικό.

Καθώς όμως οι γιοι αφήνουν τη χώρα, πίσω μένουν οι μητέρες και οι κόρες.

Έτσι, το 2021, το 71% των εισακτέων στα πανεπιστήμια της Αλβανίας ήταν γυναίκες, από 58% την προηγούμενη δεκαετία. Την ίδια στιγμή, η συμμετοχή των ανδρών στο εργατικό δυναμικό μειώνεται σταθερά τα τελευταία 30 χρόνια.

Δύο ώρες μακριά από το Bajram Curri, στο χωριό Shtiqën έξω από το Kukës, ζει η 89χρονη Naze με την κόρη της και τις τρεις εγγονές της.

Δεδομένου ότι οι γιοι και τα εγγόνια της βρίσκονται όλοι στο Λονδίνο, τα κορίτσια της έχουν την αποκλειστικότητα. Αλλά δεν επιθυμεί «να τους βρει πλούσιο σύζυγο», όπως λέει με υπερηφάνεια. Η εννιάχρονη εγγονή της διαβάζει σκληρά και μία μέρα «θα γίνει πρόεδρος της Αλβανίας», λέει η Naze.

Με πληροφορίες από: Financial Times